571 αποτελέσματα για «電»
電信売相場 でんしんうりそうば
ουσιαστικό
- 01 τιμή πώλησης με τηλεγραφική μεταφορά (συναλλαγματική ισοτιμία), TTS
電信買相場 でんしんかいそうば
ουσιαστικό
- 01 τιμή αγοράς εμβάσματος (συναλλαγματική ισοτιμία), TTB
電磁誘導充電 でんじゆうどうじゅうでん
ουσιαστικό
- 01 επαγωγική φόρτιση
電気通信事業者 でんきつうしんじぎょうしゃ
ουσιαστικό
- 01 πάροχος τηλεπικοινωνιών, τηλεπικοινωνιακός φορέας, πάροχος τηλεφωνικών υπηρεσιών
電子配置 でんしはいち
ουσιαστικό
- 01 ηλεκτρονιακή διαμόρφωση
電子債権 でんしさいけん
ουσιαστικό
- 01 ηλεκτρονικά καταγεγραμμένες χρηματικές απαιτήσεις (σύστημα για τη διευκόλυνση επιχειρηματικών δανείων)
電解研磨 でんかいけんま
ουσιαστικό
- 01 ηλεκτρολυτική λείανση, ηλεκτρολτίλβωση, ηλεκτρολυτική τριβή, ηλεκτρολυτική κατεργασία
電装盤 でんそうばん
ουσιαστικό
- 01 πίνακας κυκλωμάτων
電気除細動器 でんきじょさいどうき
ουσιαστικό
- 01 απινιδωτής, καρδιομετατροπέας
電波工学 でんぱこうがく
ουσιαστικό
- 01 τεχνολογία ραδιοσυχνοτήτων
電波高度計 でんぱこうどけい
ουσιαστικό
- 01 ραδιοϋψόμετρο
電子ライター でんしライター
ουσιαστικό
- 01 ηλεκτρονικός αναπτήρας, πιεζοηλεκτρικός αναπτήρας
電子ビザ でんしビザ
ουσιαστικό
- 01 ηλεκτρονική βίζα, ηλεκτρονική θεώρηση εισόδου
電子査証 でんしさしょう
ουσιαστικό
- 01 ηλεκτρονική βίζα, ηλεκτρονική θεώρηση εισόδου
電源コンセント でんげんコンセント
ουσιαστικό
- 01 ηλεκτρική πρίζα, επιτοίχια πρίζα, ηλεκτρικό ρεύμα
電商 でんしょう
ουσιαστικό
- 01 έμπορος ηλεκτρικών ειδών
- 02 ηλεκτρονικό εμπόριο
電費 でんぴ
ουσιαστικό
- 01 κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας (ειδικά για ηλεκτρικά οχήματα), ηλεκτρική αυτονομία
電力工学 でんりょくこうがく
ουσιαστικό
- 01 ηλεκτρολογία ισχύος
電気音響学 でんきおんきょうがく
ουσιαστικό
- 01 ηλεκτροακουστική
電車代 でんしゃだい
ουσιαστικό
- 01 κόμιστρο τρένου