526 αποτελέσματα για «下»

下郎言葉 げろうことば

ουσιαστικό

  1. 01 γλώσσα χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων, χυδαίες εκφράσεις
下痢ピー げりピー

ουσιαστικό

  1. 01 διάρροια
下に出る したにでる

άλλο, ρήμα

  1. 01 συμπεριφέρομαι με μετριοφροσύνη, υιοθετώ ταπεινή στάση
下瀬火薬 しもせかやく

ουσιαστικό

  1. 01 σιμόσε καγιακού (εκρηκτικό που αποτελείται κυρίως από πικρικό οξύ), σιμόσε
下腿三頭筋 かたいさんとうきん

ουσιαστικό

  1. 01 τρικέφαλος μυς της γαστροκνημίας, τρικέφαλος σφυρηλατικός μυς
下等生物 かとうせいぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 κατώτερη μορφή ζωής, κατώτεροι οργανισμοί
下手を打つ へたをうつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 κάνω λάθος, υποπίπτω σε σφάλμα
下にも置かぬ したにもおかぬ

άλλο

  1. 01 υποδέχομαι κάποιον με κάθε τιμή, παρέχω κάθε δυνατή περιποίηση
下行大動脈 かこうだいどうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 κατιούσα αορτή
下しあ くだしあ

άλλο

  1. 01 σε παρακαλώ (δώσε μου)
  2. 02 σε παρακαλώ (κάνε για μένα)
下ル さがる

επίθημα

  1. 01 κάτω από, νοτίως του
下がり花 サガリバナ

ουσιαστικό

  1. 01 μπαρινγκτόνια η βοτρυοειδής (είδος τροπικού δέντρου)
下腸間膜動脈 かちょうかんまくどうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 κάτω μεσεντέριος αρτηρία
下区動脈 かくどうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 κάτω τμηματική αρτηρία
下唇動脈 かしんどうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 κάτω χειλική αρτηρία
下鼓室動脈 かこしつどうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 κάτω τυμπανική αρτηρία
下喉頭動脈 かこうとうどうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 κάτω λαρυγγική αρτηρία
下横隔動脈 かおうかくどうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 κάτω διαφραγματική αρτηρία
下甲状腺動脈 かこうじょうせんどうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 κάτω θυρεοειδική αρτηρία
下行口蓋動脈 かこうこうがいどうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 καθοδική υπερώια αρτηρία