517 αποτελέσματα για «内»

内竹 うちだけ

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό στρώμα μπαμπού ενός τόξου
内裸でも外錦 うちはだかでもそとにしき

άλλο

  1. 01 οφείλουμε να διατηρούμε τα προσχήματα για να επιβιώσουμε στον κόσμο
内燃動車 ないねんどうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκινητάμαξα εσωτερικής καύσης, σιδηροδρομικό όχημα με κινητήρα εσωτερικής καύσης
内部生 ないぶせい

ουσιαστικό

  1. 01 μαθητής που προέρχεται από συνεργαζόμενο σχολείο χαμηλότερης βαθμίδας
内生胞子 ないせいほうし

ουσιαστικό

  1. 01 ενδοσπόριο
内水氾濫 ないすいはんらん

ουσιαστικό

  1. 01 πλημμύρα εντός των ορίων αναχώματος (δηλαδή πλημμύρα που προκαλείται από επιφανειακή απορροή, αστοχία αποστράγγισης κ.λπ.)
内眼筋 ないがんきん

ουσιαστικό

  1. 01 ενδοφθάλμιοι μύες
内的要因 ないてきよういん

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικός παράγοντας, εσωτερική αιτία, ενδογενής παράγοντας
内眼角贅皮 ないがんかくぜいひ

ουσιαστικό

  1. 01 επικανθική πτυχή, επικανθική δίπλωση, επίκανθος
内廊下 うちろうか

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικός διάδρομος (ιδίως πολυκατοικίας), κλειστός διάδρομος
内側翼突筋 ないそくよくとつきん

ουσιαστικό

  1. 01 έσω πτερυγοειδής μυς
内腹斜筋 ないふくしゃきん

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικός λοξός μυς της κοιλιάς
内城 ないじょう

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό κάστρο, κεντρικός πύργος, εσώτατος περίβολος κάστρου
内海造船 ないかいぞうせん

ουσιαστικό

  1. 01 Ναϊκάι Ζόσεν Κορπορέισον
内国税収入局 ないこくぜいしゅうにゅうきょく

ουσιαστικό

  1. 01 Υπηρεσία Εσωτερικών Εσόδων
内房線 うちぼうせん

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμή Ουτσιμπό
  1. 01 μέσα
  2. 02 εντός
  3. 03 μεταξύ
  4. 04 ανάμεσα, μεταξύ
  5. 05 σπίτι
  6. 06 σπίτι