539 αποτελέσματα για «出»

出社日 しゅっしゃび

ουσιαστικό

  1. 01 ημέρα παρουσίας στο γραφείο (σε αντίθεση με αργία, τηλεργασία κ.λπ.), ημέρα γραφείου, εργάσιμη ημέρα με φυσική παρουσία
出会いもの であいもの

ουσιαστικό

  1. 01 συνδυασμός υλικών (ιδιαίτερα εποχιακών)
出戻り娘 でもどりむすめ

ουσιαστικό

  1. 01 κόρη που επιστρέφει στο πατρικό της μετά από διαζύγιο
出身国 しゅっしんこく

ουσιαστικό

  1. 01 πατρίδα, χώρα καταγωγής
出版不況 しゅっぱんふきょう

ουσιαστικό

  1. 01 κρίση στον εκδοτικό κλάδο, εκδοτική ύφεση
出陣式 しゅつじんしき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή που πραγματοποιείται πριν από τη μετάβαση στη μάχη
  2. 02 τελετή για την έναρξη προεκλογικής εκστρατείας
出精値引き しゅっせいねびき

ουσιαστικό

  1. 01 ειδική έκπτωση
出島 でじま

ουσιαστικό

  1. 01 Ντετζίμα, τεχνητό νησί στο Ναγκασάκι που χρησιμοποιήθηκε ως εμπορικός σταθμός των Πορτογάλων και των Ολλανδών μεταξύ 1634 και 1854
出産祝い金 しゅっさんいわいきん

ουσιαστικό

  1. 01 επίδομα τοκετού (που καταβάλλεται σε εργαζόμενο), χρηματικό δώρο για τον ερχομό παιδιού
出羽守 でわのかみ

ουσιαστικό

  1. 01 διοικητής της επαρχίας Ντέγουα
  2. 02 άτομο που κάνει συχνά συγκρίσεις με άλλες χώρες, βιομηχανίες κ.λπ., όταν παραπονιέται για κάποιο ζήτημα ή κατάσταση
出生前診断 しゅっしょうぜんしんだん

ουσιαστικό

  1. 01 προγεννητική διάγνωση, προγεννητικός έλεγχος
出役 しゅつやく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση για εργασία, συμμετοχή σε συλλογική εργασία
  2. 02 πρακτική κατά την οποία οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι αναλάμβαναν προσωρινά έναν δευτερεύοντα ρόλο (περίοδος Έντο)
出車 しゅっしゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έξοδος από γκαράζ, πάρκινγκ, αμαξοστάσιο κ.λπ., μετακίνηση οχήματος από γκαράζ, πάρκινγκ, αμαξοστάσιο κ.λπ.
出店者 しゅってんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εκθέτης, πωλητής
出張先 しゅっちょうさき

ουσιαστικό

  1. 01 προορισμός επαγγελματικού ταξιδιού, μέρος το οποίο επισκέπτεται κανείς για επαγγελματικούς λόγους
出荷時 しゅっかじ

ουσιαστικό

  1. 01 στην κατάσταση παράδοσης, χρόνος αποστολής, εργοστασιακές ρυθμίσεις
出荷ラベル しゅっかラベル

ουσιαστικό

  1. 01 ετικέτα αποστολής
出石焼 いずしやき

ουσιαστικό

  1. 01 κεραμικά Ιζούσι, πήλινα είδη Ιζούσι
出荷人 しゅっかにん

ουσιαστικό

  1. 01 αποστολέας
出版所 しゅっぱんじょ

ουσιαστικό

  1. 01 εκδοτικός οίκος (κυρίως κρατικός)