550 αποτελέσματα για «金»

金吾 きんご

ουσιαστικό

  1. 01 κίνγκο (παιχνίδι παρόμοιο με το μπλάκτζακ)
金剛盤 こんごうばん

ουσιαστικό

  1. 01 κονγκόμπαν, τελετουργικός δίσκος πάνω στον οποίο τοποθετούνται ένα κουδούνι βάζρα και τρία είδη υψίπεδων βάζρα
金鉱業 きんこうぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανία εξόρυξης χρυσού
金バッジ きんバッジ

ουσιαστικό

  1. 01 χρυσή κονκάρδα (ιδιαίτερα αυτή που φορούν τα μέλη του ιαπωνικού κοινοβουλίου)
金線蟹 キンセンガニ

ουσιαστικό

  1. 01 κοινός κάβουρας του φεγγαριού (Matuta victor)
金言耳に逆らう きんげんみみにさからう

άλλο, ρήμα

  1. 01 οι καλές συμβουλές είναι δυσάρεστες στα αυτιά
金融商品仲介 きんゆうしょうひんちゅうかい

ουσιαστικό

  1. 01 διαμεσολαβητής χρηματοπιστωτικών προϊόντων
金箆 かなべら

ουσιαστικό

  1. 01 σπάτουλα, μυστρί
金櫃 きんき

ουσιαστικό

  1. 01 μεταλλικό κουτί, χρηματοκιβώτιο, ταμείο, κάσα
金色世界 こんじきせかい

ουσιαστικό

  1. 01 χρυσαφένιο βασίλειο, χρυσός κόσμος
金払い かねばらい

ουσιαστικό

  1. 01 πληρωμή (αυτού που χρωστά κάποιος), σωστή εξόφληση (για υπηρεσίες κ.λπ. που έχουν παρασχεθεί)
金属箔 きんぞくはく

ουσιαστικό

  1. 01 μεταλλικό φύλλο, μεταλλικό έλασμα
金勘定 かねかんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 καταμέτρηση χρημάτων, υπολογισμός εσόδων και εξόδων
金属塊 きんぞくかい

ουσιαστικό

  1. 01 στερεό μεταλλικό ημικατεργασμένο κομμάτι, βασιλίσκος, ματ, χοίρος (ακατέργαστος σίδηρος)
金箸 かなばし

ουσιαστικό

  1. 01 σιδηρουργική τσιμπίδα
金殿 きんでん

ουσιαστικό

  1. 01 χρυσό παλάτι
  2. 02 μεγαλοπρεπές παλάτι
金属棒 きんぞくぼう

ουσιαστικό

  1. 01 μεταλλική ράβδος, μεταλλική βέργα
金熊賞 きんくましょう

ουσιαστικό

  1. 01 Χρυσή Άρκτος (το ανώτατο βραβείο του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου)
金融資本家 きんゆうしほんか

ουσιαστικό

  1. 01 χρηματοπιστωτικός κεφαλαιούχος, χρηματοοικονομικός κεφαλαιούχος
金属石鹸 きんぞくせっけん

ουσιαστικό

  1. 01 μεταλλικό σαπούνι, κατάλοιπα σαπουνιού