526 αποτελέσματα για «下»
下腕 かわん
ουσιαστικό
- 01 αντιβράχιο, κάτω μέρος του βραχίονα
下足札 げそくふだ
ουσιαστικό
- 01 πινακίδα γεσόκουφουντα (αριθμημένο διακριτικό που παραλαμβάνεται κατά την παράδοση των υποδημάτων, π.χ. σε δημόσια λουτρά)
下天 げてん
ουσιαστικό
- 01 κατώτεροι ουρανοί (ειδικότερα ο ουρανός των Τεσσάρων Ουράνιων Βασιλέων, ο χαμηλότερος από τους έξι ουρανούς του κόσμου των επιθυμιών), ουρανός της απόλαυσης των εκπορεύσεων
- 02 ο κόσμος των ανθρώπων
下水処分 げすいしょぶん
ουσιαστικό
- 01 διάθεση λυμάτων
下関市立大学 しものせきしりつだいがく
ουσιαστικό
- 01 Δημοτικό Πανεπιστήμιο του Σιμονοσέκι
下
- 01 κάτω
- 02 κάτω
- 03 κατεβαίνω
- 04 δίνω
- 05 χαμηλός
- 06 κατώτερος