941 αποτελέσματα για «無»
無学無識 むがくむしき
ουσιαστικό
- 01 αγράμματος και αδαής, αμόρφωτος και στερούμενος σοφίας και κριτικής ικανότητας
無機化学 むきかがく
ουσιαστικό
- 01 ανόργανη χημεία
無芸大食 むげいたいしょく
ουσιαστικό
- 01 στερούμαι οποιουδήποτε ταλέντου εκτός από το να τρώω
無患子 むくろじ
ουσιαστικό
- 01 μουκουρότζι (Sapindus mukorossi), κινέζικο σαπωνόδεντρο, δέντρο με σαπωνοκάρυδα
無気肺 むきはい
ουσιαστικό
- 01 ατελεκτασία
無水鍋 むすいなべ
ουσιαστικό
- 01 σκεύος μαγειρέματος που μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς νερό
無原罪 むげんざい
ουσιαστικό
- 01 αμωμία (δηλαδή απαλλαγή από το προπατορικό αμάρτημα), ακηλίδωτη κατάσταση
無資格者 むしかくしゃ
ουσιαστικό
- 01 μη εξουσιοδοτημένο ή μη αδειοδοτημένο πρόσωπο, νομικά ανίκανο άτομο
無死満塁 むしまんるい
ουσιαστικό
- 01 γεμάτες βάσεις χωρίς κανένα out
無資力 むしりょく
ουσιαστικό
- 01 έλλειψη οικονομικών πόρων, αφερεγγυότητα
無光沢 むこうたく
ουσιαστικό
- 01 θαμπή στιλπνότητα, ματ εμφάνιση
無念千万 むねんせんばん
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 απόλυτα απογοητευμένος, βαθιά ταπεινωμένος, εξαιρετικά δυσαρεστημένος
無所属クラブ むしょぞくクラブ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ομάδα ανεξάρτητων, συνήθως άτυπη σύμπραξη ανεξάρτητων πολιτικών στην Εθνική Δίαιτα ή σε νομαρχιακές συνελεύσεις
無くなす なくなす
ρήμα
- 01 χάνω (κάτι)
無機化合物 むきかごうぶつ
ουσιαστικό
- 01 ανόργανη χημική ένωση
無指向性 むしこうせい
ουσιαστικό
- 01 πανκατευθυντικός (μικρόφωνο, κ.λπ.), μη κατευθυντικός
無競争 むきょうそう
ουσιαστικό
- 01 στερούμενος αντιπάλου ή ανταγωνισμού
無停電電源 むていでんでんげん
ουσιαστικό
- 01 αδιάλειπτη παροχή ενέργειας, ups
無党派 むとうは
ουσιαστικό
- 01 ανεξάρτητοι ψηφοφόροι
無理式 むりしき
ουσιαστικό
- 01 άρρητη παράσταση