1019 αποτελέσματα για «自»

自然の懐 しぜんのふところ

ουσιαστικό

  1. 01 φύση (η αγκαλιά της φύσης)
自己解凍 じこかいとう

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοαποσυμπιεζόμενο (αρχείο)
自主権 じしゅけん

ουσιαστικό

  1. 01 αυτονομία
自然金 しぜんきん

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοφυής χρυσός
自己都合退職 じこつごうたいしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 οικειοθελής παραίτηση, αποχώρηση για προσωπικούς λόγους
自選 じせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιλογή από το δικό σου έργο, αυτοανθολογία
  2. 02 ψήφος στον εαυτό σου
自動変更 じどうへんこう

ουσιαστικό

  1. 01 αυτόματη μετατροπή
自己免疫 じこめんえき

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοανοσία
自然権 しぜんけん

ουσιαστικό

  1. 01 φυσικό δικαίωμα, δικαίωμα βάσει του φυσικού δικαίου
自動保存 じどうほぞん

ουσιαστικό

  1. 01 αυτόματη αποθήκευση
自家移植 じかいしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυτομόσχευμα
自己消化 じこしょうか

ουσιαστικό

  1. 01 αυτόλυση, αυτοπέψη
自己主義 じこしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 εγωισμός
自己規制 じこきせい

ουσιαστικό

  1. 01 αυτορρύθμιση
自由民権論 じゆうみんけんろん

ουσιαστικό

  1. 01 ιδεολογία των δημοκρατικών δικαιωμάτων (πρώιμη περίοδος Μεϊτζί)
自主管理 じしゅかんり

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοδιαχείριση, αυτοέλεγχος
自然増加 しぜんぞうか

ουσιαστικό

  1. 01 φυσική αύξηση
自衛艦 じえいかん

ουσιαστικό

  1. 01 πλοίο της Ιαπωνικής Ναυτικής Δύναμης Αυτοάμυνας, πλοίο της Δύναμης Αυτοάμυνας
自噴 じふん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυθόρμητη εκτόξευση (π.χ. πετρελαίου), πίδακας, φυσική ανάβλυση (θερμής πηγής)
自由意志論 じゆういしろん

ουσιαστικό

  1. 01 δογμα περί ελεύθερης βούλησης, ελευθεριανισμός