811 αποτελέσματα για «中»

中距離核兵器 ちゅうきょりかくへいき

ουσιαστικό

  1. 01 πυρηνικά όπλα μέσου βεληνεκούς
中距離核戦力 ちゅうきょりかくせんりょく

ουσιαστικό

  1. 01 πυρηνικές δυνάμεις μέσου βεληνεκούς
中距離競争 ちゅうきょりきょうそう

ουσιαστικό

  1. 01 αγώνας μεσαίων αποστάσεων
中越紛争 ちゅうえつふんそう

ουσιαστικό

  1. 01 συγκρούσεις μεταξύ Κίνας και Βιετνάμ
中央線 ちゅうおうせん

ουσιαστικό

  1. 01 κεντρική γραμμή, διαχωριστική γραμμή (οδού)
  2. 02 γραμμή Τσουό (κεντρική σιδηροδρομική γραμμή στο Τόκιο)
中執 ちゅうしつ

ουσιαστικό

  1. 01 κεντρική εκτελεστική επιτροπή
中止の体 ちゅうしのてい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση αναστολής ή ακινησίας
中性子束 ちゅうせいしそく

ουσιαστικό

  1. 01 ροή νετρονίων
中哲 ちゅうてつ

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζική φιλοσοφία
中日辞典 ちゅうにちじてん

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζοϊαπωνικό λεξικό
中ヒール ちゅうヒール

ουσιαστικό

  1. 01 μέτριο τακούνι
中継網 ちゅうけいもう

ουσιαστικό

  1. 01 δίκτυο διαμετακόμισης (τηλεπικοινωνίες, δικτύωση), δίκτυο αναμετάδοσης
中性子線回折 ちゅうせいしせんかいせつ

ουσιαστικό

  1. 01 περίθλαση νετρονίων
中童子 ちゅうどうじ

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθός σε ναό (νεαρής ηλικίας)
中間とりまとめ ちゅうかんとりまとめ

ουσιαστικό

  1. 01 ενδιάμεσες κατευθυντήριες γραμμές
中年症候群 ちゅうねんしょうこうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 κρίση μέσης ηλικίας
中高型 なかだかがた

ουσιαστικό

  1. 01 τύπος προσωδίας ιαπωνικών λέξεων με πτώση του τόνου κάπου ανάμεσα στην πρώτη και την τελευταία μόρα
中止形 ちゅうしけい

ουσιαστικό

  1. 01 συνεχιζόμενος τύπος (σε ιαπωνική γραμματική) όταν χρησιμοποιείται ως σύνδεσμος
中央省庁再編 ちゅうおうしょうちょうさいへん

ουσιαστικό

  1. 01 αναδιοργάνωση κεντρικών υπουργείων και υπηρεσιών (αναδιάρθρωση των εθνικών υπουργείων και υπηρεσιών της Ιαπωνίας το 2001)
中毒性表皮壊死症 ちゅうどくせいひょうひえししょう

ουσιαστικό

  1. 01 τοξική επιδερμική νεκρόλυση, TEN