941 αποτελέσματα για «無»
無水酢酸 むすいさくさん
ουσιαστικό
- 01 οξικός ανυδρίτης
無塩 むえん
ουσιαστικό
- 01 ανάλατος, χωρίς αλάτι
- 02 ωμό ψάρι, φρέσκο ψάρι
- 03 αγνότητα, αθώο άτομο
- 04 άσχημη γυναίκα
無水カフェイン むすいカフェイン
ουσιαστικό
- 01 άνυδρη καφεΐνη
無菌性髄膜炎 むきんせいずいまくえん
ουσιαστικό
- 01 άσηπτη μηνιγγίτιδα
無保証 むほしょう
ουσιαστικό
- 01 έλλειψη εγγύησης (προϊόντων κ.λπ.), έλλειψη εξασφάλισης (π.χ. δανείου)
無風帯 むふうたい
ουσιαστικό
- 01 ζώνη νηνεμίας (όπως οι μεσημβρινές περιοχές άπνοιας)
無菌法 むきんほう
ουσιαστικό
- 01 ασηψία
無観客試合 むかんきゃくじあい
ουσιαστικό
- 01 αγώνας χωρίς θεατές, αγώνας κεκλεισμένων των θυρών
無限責任 むげんせきにん
ουσιαστικό
- 01 απεριόριστη ευθύνη
無何有の郷 むかうのさと
ουσιαστικό
- 01 ουτοπία, (φυσικός) παράδεισος
無点本 むてんぼん
ουσιαστικό
- 01 κινεζικό κλασικό κείμενο χωρίς βοηθήματα ανάγνωσης, βιβλίο χωρίς βοηθήματα ανάγνωσης
無くて七癖 なくてななくせ
άλλο
- 01 ο καθένας έχει τα κουσούρια του
無償修理 むしょうしゅうり
ουσιαστικό
- 01 δωρεάν επισκευή, δωρεάν συντήρηση
無限定適正意見 むげんていてきせいいけん
ουσιαστικό
- 01 χωρίς επιφυλάξεις γνώμη (ελεγκτική)
無限数列 むげんすうれつ
ουσιαστικό
- 01 άπειρη ακολουθία
無駄食い むだぐい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τσιμπολόγημα μεταξύ των γευμάτων, σπάταλες διατροφικές συνήθειες, σπατάλη πόρων
- 02 οκνηρή διαβίωση, τεμπέλιασμα στη ζωή
無茶無茶 むちゃむちゃ
επίθετο
- 01 τρομερά, εξαιρετικά, υπερβολικά, παράλογα, αλόγιστα
無条件分岐 むじょうけんぶんき
ουσιαστικό
- 01 ανεπιφύλακτη διακλάδωση
無派 むは
ουσιαστικό
- 01 ανένταχτος, χωρίς κομματική ή ιδεολογική τοποθέτηση
無理非道 むりひどう
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 παράλογος και άδικος, ασυνείδητος