706 αποτελέσματα για «生»

生菌ワクチン せいきんワクチン

ουσιαστικό

  1. 01 ζωντανό εμβόλιο
生物化学的酸素要求量 せいぶつかがくてきさんそようきゅうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 βιοχημικά απαιτούμενο οξυγόνο, BOD
生態型 せいたいけい

ουσιαστικό

  1. 01 οικολογικός τύπος
生産側非同期手続き せいさんがわひどうきてつづき

ουσιαστικό

  1. 01 παραγωγός
生成子完全集合 せいせいしかんぜんしゅうごう

ουσιαστικό

  1. 01 πλήρες σύνολο γεννητόρων
生成子部分集合 せいせいしぶぶんしゅうごう

ουσιαστικό

  1. 01 μερικό σύνολο γεννητόρων
生物多様性条約 せいぶつたようせいじょうやく

ουσιαστικό

  1. 01 Σύμβαση για τη Βιολογική Ποικιλότητα, CBD
生物剤 せいぶつざい

ουσιαστικό

  1. 01 βιολογικός παράγοντας
生井 いくい

ουσιαστικό

  1. 01 αιώνιο πηγάδι (δηλαδή ένα πηγάδι που δεν στερεύει ποτέ)
生大刀 いくたち

ουσιαστικό

  1. 01 σπαθί που ξεχειλίζει από ζωτική ενέργεια
いく

πρόθημα

  1. 01 ζωτικός, αρρενωπός, ζωντανός

ουσιαστικό

  1. 01 πυκνή βλάστηση (δέντρων, γρασιδιού κ.λπ.)
生り なまり

ουσιαστικό

  1. 01 βρασμένο και μισοστεγνωμένο παλαμίδα
生は難く死は易し せいはかたくしはやすし

άλλο

  1. 01 η ζωή είναι δύσκολη, ο θάνατος είναι εύκολος
生みの親より育ての親 うみのおやよりそだてのおや

άλλο

  1. 01 αυτός που σε αναθρέφει είναι σημαντικότερος από αυτόν που σε γέννησε
生めよ、殖えよ、地に満てよ うめよ、ふえよ、ちにみてよ

άλλο

  1. 01 αυξάνεστε και πληθύνεστε και γεμίστε τη γη
生酔い本性違わず なまよいほんしょうたがわず

άλλο

  1. 01 ο οίνος ευφραίνει καρδίαν, η μέθη αποκαλύπτει τον αληθινό χαρακτήρα
生ある者は必ず死あり せいあるものはかならずしあり

άλλο

  1. 01 κάθε ζωντανό ον πεθαίνει αναπόφευκτα, όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί, όποιος έχει ζωή, έχει βεβαίως και θάνατο
生毛体 せいもうたい

ουσιαστικό

  1. 01 βασικό σωματίδιο, βασικός κόκκος, κινητόσωμα, βλεφαροπλάστης
生物学的応答調節物質 せいぶつがくてきおうとうちょうせつぶっしつ

ουσιαστικό

  1. 01 βιολογικός τροποποιητής απόκρισης