50 αποτελέσματα για «丁»

丁定規 ていじょうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ταφ (όργανο τεχνικού σχεδίου)
丁年者 ていねんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ενήλικας
丁字定規 ていじじょうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ταφ
丁寧懇切 ていねいこんせつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ευγενικός, προσεκτικός και εμπεριστατωμένος (για εξήγηση, συμβουλή κ.λπ.), στοχαστικός και σχολαστικός
丁夜 ていや

ουσιαστικό

  1. 01 τέταρτη νυχτερινή φυλακή (περίπου 1 π.μ. έως 3 π.μ.)
丁字桜 ちょうじざくら

ουσιαστικό

  1. 01 κερασιά τσότζι (Prunus apetala)
丁合い ちょうあい

ουσιαστικό

  1. 01 ταξινόμηση τυπογραφικών φύλλων (βιβλιοδεσία), συγκέντρωση
丁重語 ていちょうご

ουσιαστικό

  1. 01 τεϊτσογκό (ευγενική γλώσσα, δηλαδή ταπεινή γλώσσα στην οποία μια ενέργεια ή ένα αντικείμενο δεν απευθύνεται στον ακροατή ή σε τρίτο πρόσωπο)
丁度可知差異 ちょうどかちさい

ουσιαστικό

  1. 01 ελάχιστη αισθητή διαφορά, ελάχιστη διαφορά που γίνεται αντιληπτή
  1. 01 δρόμος, οδός
  2. 02 διαμέρισμα, συνοικία
  3. 03 πόλη, κωμόπολη
  4. 04 μονάδα μέτρησης (για όπλα, εργαλεία, φύλλα ή κομμάτια κάτι)
  5. 05 άρτιος αριθμός
  6. 06 τέταρτο ημερολογιακό σύμβολο