556 αποτελέσματα για «上»

上質 じょうしつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 υψηλής ποιότητας
上限 じょうげん

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτατο όριο
  2. 02 supremum
上がり あがり N1

ουσιαστικό, επίθημα

  1. 01 άνοδος, αύξηση, αναρρίχηση
  2. 02 εισόδημα, εισπράξεις, απολαβές, έσοδα, απόδοση (σοδειάς), κέρδος
  3. 03 ολοκλήρωση, τέλος, πέρας
  4. 04 τελικό αποτέλεσμα (π.χ. χειροτεχνίας), τελική εμφάνιση, φινίρισμα
  5. 05 τερματισμός (σε παιχνίδι με κάρτες ή ταμπλό)
  6. 06 πράσινο τσάι (ιδιαίτερα σε εστιατόρια σούσι)
  7. 07 μετά (από βροχή, ασθένεια κ.λπ.)
  8. 08 πρώην (π.χ. πρώην γραφειοκράτης)
上方 かみがた

ουσιαστικό

  1. 01 Κιότο και γύρω περιοχές (ειδικά κατά την περίοδο Έντο), περιοχή Κιότο-Οσάκα, περιοχή Κανσάι
上体を起こす じょうたいをおこす

άλλο, ρήμα

  1. 01 ισιώνω το σώμα μου, κάθομαι σε όρθια θέση
上半身を起こす じょうはんしんをおこす

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανασηκώνομαι, κάθομαι
上手 うわて

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 πάνω μέρος
  2. 02 άνω ρού, ανώτερο τμήμα ποταμού
  3. 03 δεξιά πλευρά της σκηνής (από την οπτική γωνία του κοινού ή της κάμερας), αριστερή πλευρά της σκηνής (από την οπτική γωνία του ηθοποιού)
  4. 04 επιδέξιος (σε συγκρίσεις), δεξιοτεχνία
  5. 05 λαβή πάνω από το χέρι στη ζώνη του αντιπάλου
上乗せ うわのせ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσθήκη (επιπλέον ποσού), αύξηση, επιβάρυνση (με χρέωση)
上京 じょうきょう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση στην πρωτεύουσα, μετάβαση στο Τόκιο
上ずる うわずる

ρήμα

  1. 01 ηχώ οξέα (για φωνή), ακούγομαι με υψηλή τονικότητα και ενθουσιασμό, ακούγομαι κενός
  2. 02 ενθουσιάζομαι, γίνομαι ανήσυχος
  3. 03 εκτινάσσομαι πολύ ψηλά, έρχομαι ψηλά
上り詰める のぼりつめる

ρήμα

  1. 01 φτάνω στην κορυφή, ανεβαίνω μέχρι πάνω (π.χ. ενός βουνού)
  2. 02 αφοσιώνομαι πλήρως, ενθουσιάζομαι υπερβολικά, παθιάζομαι με κάτι
上層 じょうそう

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτερο στρώμα (κοινωνικές τάξεις, ορόφοι), ανώτερο επίπεδο, υπερκείμενο στρώμα
上り のぼり N2

ουσιαστικό

  1. 01 ανάβαση, αναρρίχηση, ανηφορικό μονοπάτι
  2. 02 τρένο με κατεύθυνση προς τον αφετήριο σταθμό της διαδρομής του
  3. 03 ανοδική πορεία, ιδιαίτερα προς το Τόκιο
  4. 04 αντίθετα στο ρεύμα του ποταμού, ανηφορικά
上映 じょうえい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προβολή (ταινίας), κινηματογραφική προβολή
上座 かみざ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τιμητική θέση, θέση του τιμώμενου προσώπου, κεφαλή του τραπεζιού
上履き うわばき

ουσιαστικό

  1. 01 παντόφλες διαδρόμου, παπούτσια εσωτερικού χώρου
上流階級 じょうりゅうかいきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτερη τάξη, ανώτερα κοινωνικά στρώματα, οι πλούσιοι και ισχυροί, η ελίτ
上下左右 じょうげさゆう

ουσιαστικό

  1. 01 πάνω κάτω, αριστερά δεξιά, κορυφή και βάση, αριστερά και δεξιά
上下関係 じょうげかんけい

ουσιαστικό

  1. 01 ιεραρχία, ιεραρχική σχέση, κάθετη σχέση, υπωνυμία
上向く うわむく

ρήμα

  1. 01 δείχνω προς τα πάνω, κοιτάζω προς τα πάνω
  2. 02 βελτιώνομαι