185 αποτελέσματα για «両»
両袖 りょうそで
ουσιαστικό
- 01 και τα δύο μανίκια
両生類 りょうせいるい
ουσιαστικό
- 01 αμφίβιο
両国間 りょうこくかん
ουσιαστικό
- 01 μεταξύ των δύο χωρών, διμερής
両極 りょうきょく N1
ουσιαστικό
- 01 και τα δύο άκρα
- 02 βόρειος και νότιος πόλος
- 03 θετικός και αρνητικός πόλος
両党 りょうとう
ουσιαστικό
- 01 και τα δύο πολιτικά κόμματα
両替商 りょうがえしょう
ουσιαστικό
- 01 επιχείρηση ανταλλαγής συναλλάγματος
両舷 りょうげん
ουσιαστικό
- 01 και οι δύο πλευρές ενός πλοίου
両雄 りょうゆう
ουσιαστικό
- 01 δύο σπουδαίοι άνδρες
両性 りょうせい
ουσιαστικό
- 01 αμφιφυλόφιλος
両氏 りょうし
ουσιαστικό
- 01 και οι δύο, και τα δύο πρόσωπα
両派 りょうは
ουσιαστικό
- 01 και οι δύο ομάδες, και οι δύο παρατάξεις
両輪 りょうりん
ουσιαστικό
- 01 δύο τροχοί
両社 りょうしゃ
ουσιαστικό
- 01 και οι δύο εταιρείες
両性具有 りょうせいぐゆう
ουσιαστικό
- 01 ανδρόγυνος, ερμαφρόδιτος
両校 りょうこう
ουσιαστικό
- 01 και τα δύο σχολεία, και τα δύο πανεπιστήμια
両三 りょうさん
ουσιαστικό
- 01 δύο ή τρεις
両成敗 りょうせいばい
ουσιαστικό
- 01 τιμωρία και των δύο εμπλεκόμενων μερών, αμοιβαία τιμωρία (ρύο σειμπάι)
両用 りょうよう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διπλής χρήσης
両政府 りょうせいふ
ουσιαστικό
- 01 οι δύο κυβερνήσεις
両腰 りょうごし
ουσιαστικό
- 01 κατάνα και βακιζάσι