75 αποτελέσματα για «並»
並製品 なみせいひん
ουσιαστικό
- 01 προϊόν μέσης ποιότητας, κοινό προϊόν
並み外れ なみはずれ
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 ασυνήθιστος, υπεράνω του μετρίου, εξαιρετικός, ανώμαλος, παράλογος
並品 なみひん
ουσιαστικό
- 01 μεταχειρισμένο αντικείμενο μέτριας ποιότητας
並列加算器 へいれつかさんき
ουσιαστικό
- 01 παράλληλος αθροιστής
並肉 なみにく
ουσιαστικό
- 01 κρέας μέτριας ποιότητας
並べて なべて
επίρρημα
- 01 γενικά, συνήθως
並み型 なみがた
ουσιαστικό
- 01 κανονικό μέγεθος, μεσαίο μέγεθος, τυπικό μέγεθος
並み幅 なみはば
ουσιαστικό
- 01 ύφασμα κανονικού πλάτους (περίπου 36 εκατοστά)
並天道 ナミテントウ
ουσιαστικό
- 01 ασιατική πασχαλίτσα (Harmonia axyridis), αρλεκίνος πασχαλίτσα, πασχαλίτσα του Χάλογουιν
並びなき ならびなき
άλλο
- 01 ασύγκριτος, απαράμιλλος, μοναδικός
並めて なめて
επίρρημα
- 01 συνολικά, όλα μαζί
並列助詞 へいれつじょし
ουσιαστικό
- 01 παρατακτικό μόριο, σωματίδιο που χρησιμοποιείται για την παράθεση αντικειμένων (π.χ. το, για, γιάρα)
並揚羽 なみあげは
ουσιαστικό
- 01 ναμιάγκεχα (είδος πεταλούδας, Papilio xuthus)
並行論 へいこうろん
ουσιαστικό
- 01 παραλληλισμός
並べ替え ならべかえ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ταξινόμηση
並び線 ならびせん
ουσιαστικό
- 01 γραμμή ευθυγράμμισης
並行注記 へいこうちゅうき
ουσιαστικό
- 01 παράλληλος σχολιασμός
並直列変換器 へいちょくれつへんかんき
ουσιαστικό
- 01 σειριοποιητής, μετατροπέας παράλληλης σε σειριακή διαβίβαση, δυναμικοποιητής
並列運転 へいれつうんてん
ουσιαστικό
- 01 παράλληλη λειτουργία
並列加算 へいれつかさん
ουσιαστικό
- 01 παράλληλη πρόσθεση