238 αποτελέσματα για «交»
交際相手 こうさいあいて
ουσιαστικό
- 01 πρόσωπο με το οποίο κάποιος διατηρεί σχέση, σύντροφος, ταίρι, αγόρι, κοπέλα
交渉決裂 こうしょうけつれつ
ουσιαστικό
- 01 ναυάγιο διαπραγματεύσεων
交付 こうふ N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παράδοση, έκδοση, χορήγηση, παραχώρηση
交通整理 こうつうせいり
ουσιαστικό
- 01 ρυθμιση κυκλοφοριας
交易路 こうえきろ
ουσιαστικό
- 01 εμπορική οδός
交渉人 こうしょうにん
ουσιαστικό
- 01 διαπραγματευτής, διαπραγματευόμενο μέρος, υπεύθυνος επαφής
交感 こうかん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σχέση εμπιστοσύνης, αμοιβαία συμπάθεια
交通安全 こうつうあんぜん
ουσιαστικό
- 01 οδική ασφάλεια, ασφάλεια κυκλοφορίας
交通課 こうつうか
ουσιαστικό
- 01 τμήμα τροχαίας (της αστυνομικής διεύθυνσης)
交通網 こうつうもう
ουσιαστικό
- 01 δίκτυο μεταφορών, συγκοινωνιακό δίκτυο
交合 こうごう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σεξουαλική ένωση, συνουσία
交通規制 こうつうきせい
ουσιαστικό
- 01 κυκλοφοριακές ρυθμίσεις, έλεγχος της κυκλοφορίας
交渉力 こうしょうりょく
ουσιαστικό
- 01 ικανότητα διαπραγμάτευσης, διαπραγματευτική ισχύς, δεξιότητα στις διαπραγματεύσεις
交感神経 こうかんしんけい
ουσιαστικό
- 01 συμπαθητικό νεύρο
交点 こうてん
ουσιαστικό
- 01 σημείο τομής
交歓 こうかん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανταλλαγή ευγενειών, κοινωνική συναναστροφή, αδελφοποίηση
交換留学生 こうかんりゅうがくせい
ουσιαστικό
- 01 ανταλλάξιμος φοιτητής
交際費 こうさいひ
ουσιαστικό
- 01 έξοδα παραστάσεως
交換手 こうかんしゅ
ουσιαστικό
- 01 τηλεφωνητής
交換可能 こうかんかのう
επίθετο
- 01 ανταλλάξιμος, μετατρέψιμος, μεταβιβάσιμος, αντικαταστάσιμος