222 αποτελέσματα για «代»

代入 だいにゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντικατάσταση
  2. 02 ανάθεση
代替品 だいたいひん

ουσιαστικό

  1. 01 υποκατάστατο προϊόν, αναπληρωματικό είδος
代理店 だいりてん

ουσιαστικό

  1. 01 αντιπροσωπεία, αντιπρόσωπος
代表取締役 だいひょうとりしまりやく

ουσιαστικό

  1. 01 διευθύνων σύμβουλος, νόμιμος εκπρόσωπος, πρόεδρος (το πρόσωπο που επιλέγεται από το διοικητικό συμβούλιο μεταξύ των μελών του για να εκπροσωπεί ουσιαστικά την εταιρεία στις συναλλαγές της με τον έξω κόσμο)
代返 だいへん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απαντώ στην παρουσία κάποιου άλλου στη θέση του
代行業 だいこうぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 πρακτορείο, υπηρεσία πληρεξουσιότητας
代表団 だいひょうだん

ουσιαστικό

  1. 01 αντιπροσωπεία
代表例 だいひょうれい

ουσιαστικό

  1. 01 αντιπροσωπευτικό παράδειγμα
代休 だいきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αντισταθμιστική άδεια (για εργασία κατά τη διάρκεια ημέρας ανάπαυσης), ρεπό
代数 だいすう

ουσιαστικό

  1. 01 άλγεβρα
  2. 02 αριθμός γενεών (π.χ. στη διαδοχή του αυτοκράτορα)
代表取締役社長 だいひょうとりしまりやくしゃちょう

ουσιαστικό

  1. 01 πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος
代わりばんこ かわりばんこ

ουσιαστικό

  1. 01 εναλλάξ, με τη σειρά
代替物 だいたいぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 υποκατάστατο αντικείμενο
代紋 だいもん

ουσιαστικό

  1. 01 οικόσημο της γιακούζα
代理者 だいりしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αντιπρόσωπος, πράκτορας, υποκατάστατο, αναπληρωτής, εναλλακτικός, εκπρόσωπος, πληρεξούσιος δικηγόρος
代将 だいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ταξίαρχος, αρχιπλοίαρχος
代読 だいどく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάγνωση για λογαριασμό άλλου
代当主 だいとうしゅ

επίθημα

  1. 01 ο διάδοχος αρχηγός της οικογένειας, ο εκάστοτε αρχηγός της οικογένειας
代表権 だいひょうけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα εκπροσώπησης, δικαίωμα του να εκπροσωπεί κανείς (π.χ. μια εταιρεία)
代診 だいしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναπληρωτής γιατρός, αντικαταστάτης γιατρός