67 αποτελέσματα για «仲»

仲保 ちゅうほ

ουσιαστικό

  1. 01 διαμεσολάβηση, μεσιτεία
仲裁裁判所 ちゅうさいさいばんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 διαιτητικό δικαστήριο
仲介の労をとる ちゅうかいのろうをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 μεσολαβώ, ενεργώ ως μεσολαβητής, λειτουργώ ως διαμεσολαβητής, ενεργώ ως ενδιάμεσος
仲夏 ちゅうか

ουσιαστικό

  1. 01 μεσοκαλόκαιρο
  2. 02 πέμπτος μήνας του σεληνιακού ημερολογίου
仲春 ちゅうしゅん

ουσιαστικό

  1. 01 δεύτερος μήνας του σεληνιακού ημερολογίου
  2. 02 δέκατη πέμπτη ημέρα του δεύτερου μήνα του σεληνιακού ημερολογίου (γύρω στα μέσα της άνοιξης)
仲間喧嘩 なかまげんか

ουσιαστικό

  1. 01 καβγάς μεταξύ φίλων, καβγάς μεταξύ μας (τους)
仲冬 ちゅうとう

ουσιαστικό

  1. 01 ενδέκατος μήνας του σεληνιακού ημερολογίου
仲介物 ちゅうかいぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 διαμεσολαβητής, μέσο, δίαυλος
仲呂 ちゅうりょ

ουσιαστικό

  1. 01 έκτη νότα της αρχαίας χρωματικής κλίμακας (περίπου Σολ) στην Κίνα
  2. 02 τέταρτος σεληνιακός μήνας
仲人を介して なこうどをかいして

άλλο

  1. 01 μέσω προξενητή
仲間受け なかまうけ

ουσιαστικό

  1. 01 δημοφιλής μεταξύ των μελών της ομάδας του
仲間褒め なかまぼめ

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβαία επιδοκιμασία, αλληλοκολακεία
仲立人 なかだちにん

ουσιαστικό

  1. 01 μεσάζοντας, διαμεσολαβητής, ενδιάμεσος
仲人を通して なこうどをとおして

άλλο

  1. 01 μέσω προξενητή
仲間を語らって なかまをかたらって

άλλο

  1. 01 μαζί με την παρέα του
仲間集団 なかましゅうだん

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα συνομηλίκων
仲裁々判 ちゅうさいさいばん

ουσιαστικό

  1. 01 διαιτησία
仲立業 なかだちぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 μεσιτική εταιρεία
仲間値段 なかまねだん

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή χονδρικής, τιμή κόστους
仲兄 ちゅうけい

ουσιαστικό

  1. 01 ο μικρότερος από δύο μεγαλύτερους αδελφούς