57 αποτελέσματα για «任»
任意売却 にんいばいきゃく
ουσιαστικό
- 01 πώληση ακινήτου εκτός αγοράς, συμβατική πώληση λόγω προβλημάτων αποπληρωμής δανείου
任命権者 にんめいけんしゃ
ουσιαστικό
- 01 διορίζων, πρόσωπο με εξουσία διορισμού
任せとけ まかせとけ
άλλο
- 01 άφησέ το πάνω μου
任意キャラクタ にんいキャラクタ
ουσιαστικό
- 01 οποιοσδήποτε χαρακτήρας
任意信号 にんいしんごう
ουσιαστικό
- 01 προαιρετικός
任意選択構成要素 にんいせんたくこうせいようそ
ουσιαστικό
- 01 προαιρετικό συστατικό στοιχείο
任意選択属性 にんいせんたくぞくせい
ουσιαστικό
- 01 προαιρετικό χαρακτηριστικό
任意選択利用者ファシリティ にんいせんたくりようしゃファシリティ
ουσιαστικό
- 01 προαιρετικές εγκαταστάσεις χρήστη
任期付職員 にんきづきしょくいん
ουσιαστικό
- 01 υπάλληλος ορισμένου χρόνου, μέλος ορισμένου χρόνου, εργαζόμενος ορισμένου χρόνου
任意組合 にんいくみあい
ουσιαστικό
- 01 προαιρετική εταιρική ένωση, εθελοντική σύμπραξη
任所 にんしょ
ουσιαστικό
- 01 τόπος ανάληψης καθήκοντος, θέση εργασίας
任意抽出 にんいちゅうしゅつ
ουσιαστικό
- 01 τυχαία δειγματοληψία
任脈 にんみゃく
ουσιαστικό
- 01 δοχείο σύλληψης (στην παραδοσιακή κινεζική ιατρική), κανάλι νιμιάκου
任意性 にんいせい
ουσιαστικό
- 01 προαιρετικότητα, εκούσιος χαρακτήρας, δυνητικός χαρακτήρας
任しとき まかしとき
άλλο
- 01 άφησέ το πάνω μου, βασίσου πάνω μου
任天堂 にんてんどう
ουσιαστικό
- 01 Νιντέντο
任
- 01 ευθύνη
- 02 καθήκον
- 03 θητεία
- 04 αναθέτω σε
- 05 διορίζω