110 αποτελέσματα για «休»

休業日 きゅうぎょうび

ουσιαστικό

  1. 01 ημέρα αργίας επιχείρησης, κλειστή ημέρα
休火山 きゅうかざん

ουσιαστικό

  1. 01 ανενεργό ηφαίστειο
休診日 きゅうしんび

ουσιαστικό

  1. 01 ημέρα μη λειτουργίας ιατρείου
休耕 きゅうこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αγρανάπαυση, αφήνω ένα χωράφι ακαλλιέργητο
休暇明け きゅうかあけ

ουσιαστικό

  1. 01 μετά τις διακοπές
休園 きゅうえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσωρινό κλείσιμο (πάρκου, ζωολογικού κήπου, νηπιαγωγείου κ.ά.)
  2. 02 κλείσιμο για την ημέρα
休みボケ やすみボケ

ουσιαστικό

  1. 01 νωθρότητα μετά από λίγες μέρες διακοπών
休み茶屋 やすみぢゃや

ουσιαστικό

  1. 01 υπαίθριο τεϊοποτείο, κατάλυμα με τσάι που χρησιμεύει ως χώρος ξεκούρασης
休戦条約 きゅうせんじょうやく

ουσιαστικό

  1. 01 συνθήκη ανακωχής
休眠期 きゅうみんき

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος λήθαργου
休演 きゅうえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διακόπτω την παράσταση
休日明け きゅうじつあけ

ουσιαστικό

  1. 01 η πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά από αργία
休する きゅうする

ρήμα

  1. 01 τερματίζω, ολοκληρώνομαι
  2. 02 ξεκουράζομαι, αναπαύομαι
休会 きゅうかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσωρινή διακοπή, παύση συνεδριάσεων
休止符 きゅうしふ

ουσιαστικό

  1. 01 παύση (μουσικό σύμβολο)
休日手当 きゅうじつてあて

ουσιαστικό

  1. 01 επίδομα αργίας, αποζημίωση για εργασία τα Σαββατοκύριακα ή κατά τη διάρκεια αργίας
休肝日 きゅうかんび

ουσιαστικό

  1. 01 ημέρα αποχής από το αλκοόλ, ημέρα ανάπαυσης του ήπατος
休符 きゅうふ

ουσιαστικό

  1. 01 παύση (μουσικό σύμβολο)
休暇旅行 きゅうかりょこう

ουσιαστικό

  1. 01 διακοπές, ταξίδι αναψυχής
休み場 やすみば

ουσιαστικό

  1. 01 τόπος ανάπαυσης