191 αποτελέσματα για «低»

低年齢 ていねんれい

ουσιαστικό

  1. 01 νεαρής ηλικίας (π.χ. μικρά παιδιά), ολίγων ετών
低所得者 ていしょとくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο με χαμηλό εισόδημα
低燃費 ていねんぴ

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλή κατανάλωση καυσίμου
低金利 ていきんり

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλό επιτόκιο
低重力 ていじゅうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλή βαρύτητα, υποβαρύτητα
低まる ひくまる

ρήμα

  1. 01 χαμηλώνω, μειώνομαι
低軌道 ていきどう

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλή τροχιά, χαμηλή γήινη τροχιά, LEO
低脂肪 ていしぼう

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλός σε λιπαρά
低所得 ていしょとく

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλό εισόδημα
低落 ていらく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πτώση, μείωση, κάμψη
低利 ていり

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλό επιτόκιο
低額 ていがく

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό χρηματικό ποσό, μικρό ποσό
低音部 ていおんぶ

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλή περιοχή συχνοτήτων (μπάσο)
低圧 ていあつ

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλή πίεση, χαμηλή τάση
低所得層 ていしょとくそう

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα χαμηλού εισοδήματος, τάξη χαμηλού εισοδήματος
低水準 ていすいじゅん

επίθετο

  1. 01 υποδεέστερος, χαμηλού επιπέδου
低能児 ていのうじ

ουσιαστικό

  1. 01 παιδί με νοητική υστέρηση, μαθητής με χαμηλές επιδόσεις
低スペック ていスペック

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλών προδιαγραφών
  2. 02 χωρίς προσόντα (στην αγορά των ραντεβού), ακατάλληλος, περίπτωση χαμένη από χέρι
低価格化 ていかかくか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μείωση τιμής
低学歴 ていがくれき

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, ανεπαρκής εκπαίδευση