51 αποτελέσματα για «例»
例規 れいき
ουσιαστικό
- 01 καθιερωμένος κανόνας, καταστατικό
例がない ためしがない
άλλο, επίθετο
- 01 δεν έχει συμβεί ποτέ, δεν υπάρχει προηγούμενο
例言 れいげん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πρόλογος, εισαγωγικό σημείωμα
例時 れいじ
ουσιαστικό
- 01 η συνηθισμένη ώρα
例式 れいしき
ουσιαστικό
- 01 τακτική τελετή, καθιερωμένος τύπος
例年祭 れいねんさい
ουσιαστικό
- 01 ετήσιο φεστιβάλ (ρεϊνενσάι)
例外条件 れいがいじょうけん
ουσιαστικό
- 01 συνθήκη εξαίρεσης
例説 れいせつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επεξήγηση (με τη χρήση παραδείγματος)
例語 れいご
ουσιαστικό
- 01 ενδεικτική λέξη, λέξη-παράδειγμα
例えに言う たとえにいう
άλλο, ρήμα
- 01 μιλάω μεταφορικά, χρησιμοποιώ σχήμα λόγου
例
- 01 παράδειγμα
- 02 έθιμο, συνήθεια
- 03 χρήση
- 04 προηγούμενο