67 αποτελέσματα για «供»

供米 くまい

ουσιαστικό

  1. 01 ρύζι που προσφέρεται σε θεότητα
供米 きょうまい

ουσιαστικό

  1. 01 ρύζι που παραδίδεται στην κυβέρνηση
供述者 きょうじゅつしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 καταθέτης, μάρτυρας
供料 きょうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 προσφορά
供祭 ぐさい

ουσιαστικό

  1. 01 προσφορές, προσφορές και λατρεία
供出米 きょうしゅつまい

ουσιαστικό

  1. 01 παραδόσεις ρυζιού (από αγρότες)
供勢 ともぜい

ουσιαστικό

  1. 01 συνοδοί, ακολουθία
供託者 きょうたくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 καταθέτης
供託物 きょうたくぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 κατατεθειμένο αντικείμενο
供養塚 くようづか

ουσιαστικό

  1. 01 τάφος άγνωστου προσώπου
供給コスト きょうきゅうコスト

ουσιαστικό

  1. 01 κόστος προσφοράς
供給の弾力性 きょうきゅうのだんりょくせい

ουσιαστικό

  1. 01 ελαστικότητα προσφοράς
供奉僧 ぐぶそう

ουσιαστικό

  1. 01 βουδιστής μοναχός που είναι υπεύθυνος για το κύριο είδωλο ενός ναού
  2. 02 βουδιστής μοναχός που υπηρετεί σε ένα εξαρτημένο σιντοϊστικό ιερό
供給連鎖 きょうきゅうれんさ

ουσιαστικό

  1. 01 εφοδιαστική αλυσίδα
供給連鎖管理 きょうきゅうれんさかんり

ουσιαστικό

  1. 01 διαχείριση εφοδιαστικής αλυσίδας, SCM
供餅 くもち

ουσιαστικό

  1. 01 ρύζι μότσι που χρησιμοποιείται ως προσφορά
供試 きょうし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παροχή δείγματος, προϊόντος κ.λπ. για δοκιμή
供給曲線 きょうきゅうきょくせん

ουσιαστικό

  1. 01 καμπύλη προσφοράς
供給関数 きょうきゅうかんすう

ουσιαστικό

  1. 01 συνάρτηση προσφοράς
供託法 きょうたくほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί κατάθεσης