73 αποτελέσματα για «側»
側腹 そくふく
ουσιαστικό
- 01 πλευρό, πλευρά, οσφύ
側辺 そくへん
ουσιαστικό
- 01 γωνία
側路 そくろ
ουσιαστικό
- 01 λωρίδες πρόσβασης (π.χ. σε αυτοκινητόδρομο), βοηθητικός δρόμος, παράκαμψη
側索 そくさく
ουσιαστικό
- 01 πλάγια δεσμίδα
側芽 そくが
ουσιαστικό
- 01 πλευρικός οφθαλμός
側射 そくしゃ
ουσιαστικό
- 01 πλευρικά πυρά
側桁 がわげた
ουσιαστικό
- 01 πλευρικό δοκάρι, πλάγιο δοκάρι σκάλας
側圧 そくあつ
ουσιαστικό
- 01 πλευρική πίεση
側泳 そばえい
ουσιαστικό
- 01 πλάγια κολύμβηση
側根 そっこん
ουσιαστικό
- 01 πλάγια ρίζα
側生動物 そくせいどうぶつ
ουσιαστικό
- 01 παράζωο (μέλος ενός αρχέγονου υποβασιλείου ζώων, του οποίου οι μόνοι επιζώντες εκπρόσωποι είναι τα σφουγγάρια)
側女房 そばにょうぼう
ουσιαστικό
- 01 παλλακίδα, ερωμένη
側系統 そくけいとう
ουσιαστικό
- 01 παραφυλετικός
側湾症 そくわんしょう
ουσιαστικό
- 01 σκολίωση
側所的種分化 そくしょてきしゅぶんか
ουσιαστικό
- 01 παραπατρική ειδογένεση
側頭頭頂接合部 そくとうとうちょうせつごうぶ
ουσιαστικό
- 01 κροταφοβρεγματική συμβολή, κροταφοβρεγματική σύνδεση (TPJ)
側面音 そくめんおん
ουσιαστικό
- 01 πλευρικός
側筆 そくひつ
ουσιαστικό
- 01 τεχνική ζωγραφικής με το πλάι της τρίχας του πινέλου (για τη δημιουργία παχύτερης γραμμής από ό,τι επιτρέπει η μύτη)
側方堆積 そくほうたいせき
ουσιαστικό
- 01 πλευρική μορένα (παγετωνική απόθεση στο πλάι της διαδρομής ενός παγετώνα)
側堆石 そくたいせき
ουσιαστικό
- 01 πλευρική μορένα