46 αποτελέσματα για «偶»
偶発犯 ぐうはつはん
ουσιαστικό
- 01 ευκαιριακό έγκλημα, έγκλημα που υποκινείται από εξωτερικές συνθήκες
偶像崇拝者 ぐうぞうすうはいしゃ
ουσιαστικό
- 01 ειδωλολάτρης, ειδωλολάτρισσα
偶数羽状複葉 ぐうすううじょうふくよう
ουσιαστικό
- 01 αρτιοσύνθετο πτεροειδές φύλλο
偶発債務 ぐうはつさいむ
ουσιαστικό
- 01 ενδεχόμενη υποχρέωση
偶発腫瘍 ぐうはつしゅよう
ουσιαστικό
- 01 τυχαίο εύρημα όγκου (incidentaloma)
偶
- 01 κατά λάθος, τυχαία
- 02 άρτιος αριθμός
- 03 ζευγάρι
- 04 ζευγάρι (ανδρόγυνο), σύζυγοι
- 05 ίδιο είδος