45 αποτελέσματα για «傷»
傷口に塩 きずぐちにしお
άλλο
- 01 ρίχνω αλάτι στην πληγή
傷害特約 しょうがいとくやく
ουσιαστικό
- 01 συμπληρωματική ασφαλιστική κάλυψη (που αφορά ατυχήματα, ασθένειες, κ.λπ.)
傷病年金 しょうびょうねんきん
ουσιαστικό
- 01 σύνταξη ασθενείας και τραυματισμού, αναπηρική σύνταξη
傷寒論 しょうかんろん
ουσιαστικό
- 01 Σανγκάν Λουν (ιατρικό σύγγραμμα παραδοσιακής κινεζικής ιατρικής συνταγμένο από τον Ζανγκ Τζονγκτζίνγκ), Πραγματεία για τις διαταραχές από κρύο, Πραγματεία για τους τραυματισμούς από το κρύο
傷
- 01 τραύμα, πληγή
- 02 πληγώνω, πονάω
- 03 τραυματίζω
- 04 βλάπτω, υποβαθμίζω
- 05 πόνος
- 06 τραυματισμός, βλάβη
- 07 κόψιμο, τομή
- 08 βαθύ κόψιμο, σχίσιμο
- 09 ουλή
- 10 αδύνατο σημείο