120 αποτελέσματα για «優»

優勝決定戦 ゆうしょうけっていせん

ουσιαστικό

  1. 01 τελικός αγώνας για την ανάδειξη νικητή (σε διοργάνωση για κύπελλο ή πρωτάθλημα)
優艶 ゆうえん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 γοητευτικός, συναρπαστικός, όμορφος, κομψός, χαριτωμένος, γλυκός, ντελικάτος
優越性 ゆうえつせい

ουσιαστικό

  1. 01 υπεροχή, κυριαρχία
優先席 ゆうせんせき

ουσιαστικό

  1. 01 θέση προτεραιότητας, τιμητική θέση, κάθισμα σε τρένα, λεωφορεία κ.λπ. που προορίζεται για τη χρήση ατόμων με αναπηρία, μικρών παιδιών, ηλικιωμένων, εγκύων κ.λπ.
優柔 ゆうじゅう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αναποφάσιστος, αναβλητικός, αδύναμος
優婆塞 うばそく

ουσιαστικό

  1. 01 ουπασάκα (αφοσιωμένος λαϊκός άνδρας ακόλουθος του Βουδισμού)
優生 ゆうせい

ουσιαστικό

  1. 01 ευγονική
優勝杯 ゆうしょうはい

ουσιαστικό

  1. 01 κύπελλο πρωταθλήματος
優勝を争う ゆうしょうをあらそう

άλλο, ρήμα

  1. 01 διεκδικώ τη νίκη
優生学 ゆうせいがく

ουσιαστικό

  1. 01 ευγονική
優勝旗 ゆうしょうき

ουσιαστικό

  1. 01 λάβαρο πρωταθλητή
優勝カップ ゆうしょうカップ

ουσιαστικό

  1. 01 κύπελλο πρωταθλήματος, τρόπαιο
優るとも劣らない まさるともおとらない

άλλο, επίθετο

  1. 01 καθόλου κατώτερος από, ανταγωνίζομαι ή ξεπερνώ, συγκρίνομαι ευνοϊκά (με)
優勝劣敗 ゆうしょうれっぱい

ουσιαστικό

  1. 01 επιβίωση του ισχυρότερου
優者 ゆうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτερο άτομο
優良店 ゆうりょうてん

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα που κατέχει τιμητική διάκριση (π.χ. από τον δήμαρχο)
優形 やさがた

ουσιαστικό

  1. 01 λυγερόκορμη σιλουέτα
優渥 ゆうあく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ευγενικός, καλόκαρδος
優生思想 ゆうせいしそう

ουσιαστικό

  1. 01 ευγονική σκέψη, ιδέα της ευγονικής
優勢勝ち ゆうせいがち

ουσιαστικό

  1. 01 νίκη με απόφαση των κριτών (στο τζούντο)