186 αποτελέσματα για «光»
光跡 こうせき
ουσιαστικό
- 01 ίχνη κινούμενου φωτός, ουρά (π.χ. μετεωρίτη)
光通信 ひかりつうしん
ουσιαστικό
- 01 οπτική επικοινωνία
光る棒 ひかるぼう
άλλο, ουσιαστικό
- 01 φωσφοριζέ στικ, ραβδί φωτοβολίας
光陰矢のごとし こういんやのごとし
άλλο
- 01 ο χρόνος περνά σαν το βέλος, ο χρόνος δεν περιμένει κανέναν, η ζωή είναι σύντομη
光速度 こうそくど
ουσιαστικό
- 01 ταχύτητα του φωτός
光害 こうがい
ουσιαστικό
- 01 φωτορύπανση
光機 こうき
ουσιαστικό
- 01 οπτικό όργανο, οπτικός εξοπλισμός
光学式 こうがくしき
ουσιαστικό
- 01 οπτικός
光ケーブル ひかりケーブル
ουσιαστικό
- 01 οπτικό καλώδιο, οπτική ίνα
光照 こうしょう
ουσιαστικό
- 01 λαμπερός, φωτεινός
光化学スモッグ こうかがくスモッグ
ουσιαστικό
- 01 φωτοχημικό νέφος
光炎 こうえん
ουσιαστικό
- 01 φως και φλόγα
光量子 こうりょうし
ουσιαστικό
- 01 φωτοκβάντο, φωτόνιο
光回線 ひかりかいせん
ουσιαστικό
- 01 γραμμή οπτικών επικοινωνιών, δίκτυο οπτικών ινών
光ディスク ひかりディスク
ουσιαστικό
- 01 οπτικός δίσκος, ψηφιακός οπτικός δίσκος
光力 こうりょく
ουσιαστικό
- 01 ένταση ή φωτιστική ικανότητα του φωτός
光束 こうそく
ουσιαστικό
- 01 φωτεινή ροή
- 02 δέσμη φωτός, ακτίνα
光化 ひかりか
ουσιαστικό
- 01 μετατροπή σε οπτικές ίνες
光学素子 こうがくそし
ουσιαστικό
- 01 οπτική συσκευή, οπτικό στοιχείο
光化学 こうかがく
ουσιαστικό
- 01 φωτοχημεία