48 αποτελέσματα για «児»

児童生徒 じどうせいと

ουσιαστικό

  1. 01 μαθητές δημοτικού, γυμνασίου και λυκείου
児童ポルノ禁止法 じどうポルノきんしほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος για τη ρύθμιση και τιμωρία πράξεων που σχετίζονται με την παιδική πορνεία και την παιδική πορνογραφία, καθώς και για την προστασία των παιδιών
児頭骨盤不適合 じとうこつばんふてきごう

ουσιαστικό

  1. 01 κεφαλοπυελική δυσαναλογία (ζιτόου κοτσουμπάν φουτεκιγκόου)
児童保護 じどうほご

ουσιαστικό

  1. 01 φροντίδα παιδιών, προστασία παιδιών
児ポ法 じポほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος για τη ρύθμιση και την τιμωρία πράξεων που σχετίζονται με την παιδική πορνεία και την παιδική πορνογραφία, καθώς και για την προστασία των παιδιών
児童心理司 じどうしんりし

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχολόγος που εργάζεται σε κέντρο παροχής συμβουλών για παιδιά, κλινικός παιδοψυχολόγος, πιστοποιημένος παιδοψυχολόγος
児化 アルか

ουσιαστικό

  1. 01 ερουά (σήμανση ρινικοποίησης των συλλαβικών καταλήξεων στην ομιλούμενη κινεζική μανδαρινική), εριζοποίηση
  1. 01 νεογέννητο μωρό, βρέφος
  2. 02 παιδί
  3. 03 νεογνό, μικρό (ζώου)