475 αποτελέσματα για «公»

公明正大 こうめいせいだい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 δίκαιος, έντιμος και ακέραιος, ανοιχτός και ειλικρινής, καθαρός, αξιοπρεπής
公務執行妨害 こうむしっこうぼうがい

ουσιαστικό

  1. 01 παρακώλυση δημόσιου λειτουργού κατά την άσκηση των καθηκόντων του
公文書 こうぶんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 επίσημο έγγραφο, αρχεία
公然の秘密 こうぜんのひみつ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κοινό μυστικό
公社 こうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσια επιχείρηση, κοινωφελής οργανισμός
公式サイト こうしきサイト

ουσιαστικό

  1. 01 επίσημος ιστότοπος
公使 こうし

ουσιαστικό

  1. 01 απεσταλμένος, διπλωμάτης χαμηλότερου βαθμού από τον πρέσβη (π.χ. αναπληρωτής αρχηγός αποστολής, επιτετραμμένος), πληρεξούσιος υπουργός (διπλωματικής αντιπροσωπείας)
公共施設 こうきょうしせつ

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιες εγκαταστάσεις, κοινωφελή έργα
公共事業 こうきょうじぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσια έργα, έργα κοινής ωφέλειας
公序良俗 こうじょりょうぞく

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσια τάξη και χρηστά ήθη, κοινωνικά πρότυπα, δημόσια πολιτική
公用語 こうようご

ουσιαστικό

  1. 01 επίσημη γλώσσα
公式発表 こうしきはっぴょう

ουσιαστικό

  1. 01 επίσημη ανακοίνωση
公的機関 こうてききかん

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιος φορέας, δημόσιος οργανισμός, επίσημος κρατικός φορέας
公達 こうたつ

ουσιαστικό

  1. 01 επίσημη ανακοίνωση
公達 きんだち

ουσιαστικό

  1. 01 βασιλείς, παιδιά ευγενών, νεαρός ευγενής
公主 こうしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 πριγκίπισσα
公明 こうめい

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 δικαιοσύνη, διαφάνεια, αμεροληψία
  2. 02 Κομέιτο (ιαπωνικό πολιτικό κόμμα)
公用 こうよう N1

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρεσιακό καθήκον, δημόσια υπόθεση, εταιρικά καθήκοντα
  2. 02 δημόσια χρήση, κυβερνητική χρήση
公衆浴場 こうしゅうよくじょう

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιο λουτρό
公人 こうじん

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιο πρόσωπο