90 αποτελέσματα για «写»

写象 しゃしょう

ουσιαστικό

  1. 01 είδωλο, εικόνα, απεικόνιση
写真コンテスト しゃしんコンテスト

ουσιαστικό

  1. 01 διαγωνισμός φωτογραφίας
写生文 しゃせいぶん

ουσιαστικό

  1. 01 περιγραφική γραφή, λεκτική ζωγραφιά
写生画 しゃせいが

ουσιαστικό

  1. 01 έργο ζωγραφισμένο εκ του φυσικού
写真術 しゃしんじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 φωτογραφία, φωτογραφική τέχνη
写真用紙 しゃしんようし

ουσιαστικό

  1. 01 φωτογραφικό χαρτί
写真乾板 しゃしんかんぱん

ουσιαστικό

  1. 01 φωτογραφική πλάκα ξηράς μεθόδου (φωτογραφία)
写真記憶 しゃしんきおく

ουσιαστικό

  1. 01 φωτογραφική μνήμη
写譜 しゃふ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντιγραφή παρτιτούρας
写真共有 しゃしんきょうゆう

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή χρήση φωτογραφιών (π.χ. εφαρμογή, ιστότοπος, υπηρεσία, κ.λπ.), διαμοιρασμός φωτογραφιών
写真電送 しゃしんでんそう

ουσιαστικό

  1. 01 φωτογραφική τηλεμετάδοση, φωτηλεγραφία
写り込み うつりこみ

ουσιαστικό

  1. 01 ανεπιθύμητη αντανάκλαση, εμφάνιση ανεπιθύμητου στοιχείου σε φωτογραφία κ.λπ.
写植機 しゃしょっき

ουσιαστικό

  1. 01 φωτοστοιχειοθετική μηχανή
写真花嫁 しゃしんはなよめ

ουσιαστικό

  1. 01 νύφη μέσω φωτογραφίας
写ルンです うつルンです

ουσιαστικό

  1. 01 QuickSnap (εμπορικό σήμα φωτογραφικών μηχανών μιας χρήσης που παράγονται από τη Fujifilm)
写真メール しゃしんメール

ουσιαστικό

  1. 01 φωτογραφικό μήνυμα (ηλεκτρονικό μήνυμα με φωτογραφία που αποστέλλεται από κινητό τηλέφωνο)
写実主義者 しゃじつしゅぎしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ρεαλιστής
写真顔 しゃしんがお

ουσιαστικό

  1. 01 η εμφάνιση κάποιου σε φωτογραφία
写真製版 しゃしんせいはん

ουσιαστικό

  1. 01 φωτοχαρακτική, φωτομηχανική διαδικασία, φωτοχημική χάραξη
写真画 しゃしんが

ουσιαστικό

  1. 01 φωτογραφική εικόνα, φωτογραφία πίνακα ή εικόνα που μοιάζει με πίνακα