51 αποτελέσματα για «冠»

冠狐猿 かんむりきつねざる

ουσιαστικό

  1. 01 στεμματολεμούριος (Eulemur coronatus)
冠海雀 かんむりうみすずめ

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικός κανμουριουμισουζούμε (Synthliboramphus wumizusume), λοφιοφόρος ραμφόψαρο
冠輪動物 かんりんどうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 λοφοτροχόζωο, οποιοδήποτε είδος της υπερομοταξίας Lophotrochozoa
冠輪動物上門 かんりんどうぶつじょうもん

ουσιαστικό

  1. 01 λοφοτροχοζώα (υπερφύλο πρωτοστομικών ζώων)
冠板 かむりいた

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφαία πλάκα (σε πανοπλίες, οικοδομές, ναυπηγική κ.λπ.)
冠飾句 かんしょくく

ουσιαστικό

  1. 01 μετοχικός προσδιορισμός (π.χ. στα γερμανικά), μετοχικός επιθετικός προσδιορισμός
冠水母類 かんむりくらげるい

ουσιαστικό

  1. 01 κανμουρίκουρα (είδος σκυφόζωου της τάξης Coronatae), στεφανωμένη μέδουσα
冠履転倒 かんりてんとう

ουσιαστικό

  1. 01 αναταραχή, χάος, αντιστροφή της τάξης
冠状静脈洞 かんじょうじょうみゃくどう

ουσιαστικό

  1. 01 στεφανιαίος κόλπος
冠静脈洞 かんじょうみゃくどう

ουσιαστικό

  1. 01 στεφανιαίος κόλπος
  1. 01 κορόνα, στέμμα
  2. 02 καλύτερος, άριστος
  3. 03 απαράμιλλος, ασύγκριτος