48 αποτελέσματα για «凶»

凶党 きょうとう

ουσιαστικό

  1. 01 συμμορία, κακοποιοί
凶聞 きょうぶん

ουσιαστικό

  1. 01 δυσάρεστη είδηση
凶類 きょうるい

ουσιαστικό

  1. 01 κακόβουλη συμμορία
凶行人 きょうこうにん

ουσιαστικό

  1. 01 αγριάνθρωπος, βίαιος εγκληματίας, αδίστακτο άτομο
凶歉 きょうけん

ουσιαστικό

  1. 01 κακή σοδειά, λιμός
凶暴性 きょうぼうせい

ουσιαστικό

  1. 01 βιαιότητα, αγριότητα, θηριωδία
その男、凶暴につき そのおとこ、きょうぼうにつき

ουσιαστικό

  1. 01 Βίαιος Αστυνομικός (ταινία του 1989 σε σκηνοθεσία Τακέσι Κιτάνο)
  1. 01 κακοποιός, κακός
  2. 02 κακός, μοχθηρός
  3. 03 κακοτυχία, ατυχία
  4. 04 καταστροφή, συμφορά