422 αποτελέσματα για «分»

分岐点 ぶんきてん

ουσιαστικό

  1. 01 διακλάδωση, σημείο διαχωρισμού
  2. 02 σημείο καμπής (π.χ. στη ζωή κάποιου), σταυροδρόμι
分不相応 ぶんふそうおう

επίθετο

  1. 01 πέρα από τις δυνατότητες ή τη θέση κάποιου
分かりきる わかりきる

ρήμα

  1. 01 είμαι προφανής, είμαι αυτονόητος, κατανοώ πλήρως
分隊 ぶんたい

ουσιαστικό

  1. 01 διμοιρία, τμήμα, (ναυτικό) μοίρα, απόσπασμα
分布 ぶんぷ N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατανομή
分の ぶんの

άλλο, επίθημα

  1. 01 κλασματικός δείκτης (π.χ. το ένα πέμπτο)
分け前 わけまえ

ουσιαστικό

  1. 01 μερίδιο, μερίδα, ποσόστωση, ποσοστό
分け隔てなく わけへだてなく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 αδιακρίτως, χωρίς διακρίσεις, αμερόληπτα, εξίσου, με τον ίδιο τρόπο
分かりづらい わかりづらい

επίθετο

  1. 01 δύσκολος στην κατανόηση, δυσνόητος, μπερδεμένος, ασαφής
分かりかねる わかりかねる

ρήμα

  1. 01 δεν καταλαβαίνω, δεν γνωρίζω ακριβώς, είμαι αβέβαιος, αδυνατώ να διακρίνω
分の悪い ぶのわるい

άλλο, επίθετο

  1. 01 μειονεκτικός, δυσμενής (για πιθανότητες)
分化 ぶんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξειδίκευση, διαφοροποίηση
分かりきった わかりきった

άλλο

  1. 01 αυτονόητος, φανερός
  2. 02 αδιαμφισβήτητος
分かったもんじゃない わかったもんじゃない

άλλο

  1. 01 δεν μπορεί να ξέρει κανείς, είναι απρόβλεπτο, δεν είναι καθόλου σίγουρο, ποιος ξέρει;
分業 ぶんぎょう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταμερισμός εργασίας, εξειδίκευση, παραγωγή σε γραμμή συναρμολόγησης
分隊長 ぶんたいちょう

ουσιαστικό

  1. 01 επικεφαλής διμοιρίας, αρχηγός ομάδας
分つ あかつ

ρήμα

  1. 01 διαιρώ, χωρίζω
  2. 02 μοιράζω, διανέμω
分体 ぶんたい

ουσιαστικό

  1. 01 σχάση, διάσπαση
分かれ目 わかれめ

ουσιαστικό

  1. 01 διακλάδωση, σημείο διαχωρισμού
  2. 02 κρίσιμη καμπή
分からん わからん

άλλο

  1. 01 δεν ξέρω, δεν καταλαβαίνω