44 αποτελέσματα για «列»
列宿 れっしゅく
ουσιαστικό
- 01 αστερισμός
列車ホテル れっしゃホテル
ουσιαστικό
- 01 βαγόνι κλινάμαξα
- 02 αποσυρθέν επιβατικό βαγόνι που χρησιμοποιείται ως κατάλυμα
- 03 επιβατικά βαγόνια που ανοίγουν για διανυκτέρευση επιβατών οι οποίοι δεν μπορούν να ταξιδέψουν λόγω διακοπών των συγκοινωνιών κ.λπ.
列車砲 れっしゃほう
ουσιαστικό
- 01 σιδηροδρομικό πυροβόλο, σιδηροδρομικό κανόνι, σιδηροδρομικό πυροβολικό
列
- 01 σειρά
- 02 σειρά
- 03 τάξη, βαθμός
- 04 επίπεδο, βαθμίδα
- 05 στήλη