133 αποτελέσματα για «制»

制御器 せいぎょき

ουσιαστικό

  1. 01 ελεγκτής, ρυθμιστής
制御機能 せいぎょきのう

ουσιαστικό

  1. 01 λειτουργία ελέγχου
制御回路 せいぎょかいろ

ουσιαστικό

  1. 01 κύκλωμα ελέγχου, κύκλωμα χειρισμού
制球力 せいきゅうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος (του πίτσερ)
制服制帽 せいふくせいぼう

ουσιαστικό

  1. 01 στολή και πηλήκιο
制限なし せいげんなし

ουσιαστικό

  1. 01 απεριόριστος, ασύδοτος
制御コード せいぎょコード

ουσιαστικό

  1. 01 κωδικός ελέγχου
制球 せいきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος (ρίψης του πίτσερ)
制御棒 せいぎょぼう

ουσιαστικό

  1. 01 ράβδος ελέγχου
制御部 せいぎょぶ

ουσιαστικό

  1. 01 μονάδα ελέγχου
制動機 せいどうき

ουσιαστικό

  1. 01 φρένο
制作室 せいさくしつ

ουσιαστικό

  1. 01 στούντιο, εργαστήριο
制限事項 せいげんじこう

ουσιαστικό

  1. 01 περιορισμός, περιοριστικός όρος
制御構造 せいぎょこうぞう

ουσιαστικό

  1. 01 ροή ελέγχου, ροή ελέγχου
制癌剤 せいがんざい

ουσιαστικό

  1. 01 αντικαρκινικό φάρμακο, φάρμακο αναστολής του καρκίνου
制約条件 せいやくじょうけん

ουσιαστικό

  1. 01 περιοριστικές συνθήκες, περιορισμός
制勝 せいしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 νίκη, πρωτάθλημα
制限区域 せいげんくいき

ουσιαστικό

  1. 01 περιορισμένη περιοχή, ζώνη ασφαλείας
制御ブロック せいぎょブロック

ουσιαστικό

  1. 01 μπλοκ ελέγχου
制限酵素 せいげんこうそ

ουσιαστικό

  1. 01 περιοριστική ενδονουκλεάση, περιοριστικό ένζυμο