67 αποτελέσματα για «刺»
刺絡 しらく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σιράκου (αφαίμαξη στην παραδοσιακή κινεζική ιατρική)
刺胞動物 しほうどうぶつ
ουσιαστικό
- 01 κνιδόζωο (υδρόβιος ασπόνδυλος οργανισμός του φύλου των Κνιδόζωων)
刺身のつま さしみのつま
άλλο
- 01 γαρνιτούρα σασίμι
- 02 κάτι χωρίς σημασία, κάτι που μπορεί εύκολα να παραλειφθεί
刺客候補 しかくこうほ
ουσιαστικό
- 01 υποψήφιος που προτείνεται από πολιτικό κόμμα για να εκτοπίσει εν ενεργεία μέλος του ίδιου κόμματος
刺毛 しもう
ουσιαστικό
- 01 κεντροφόρα τρίχα (τσουκνίδας, κάμπιας, κ.ά.)
刺し網 さしあみ
ουσιαστικό
- 01 δίχτυα απλώδια
刺激伝導系 しげきでんどうけい
ουσιαστικό
- 01 σύστημα αγωγής των ερεθισμάτων (της καρδιάς)
刺蛾 いらが
ουσιαστικό
- 01 ιράγκα (είδος σκόρου της οικογένειας λιμακιδίδων)
刺椿象 さしがめ
ουσιαστικό
- 01 σασιγκάμε, έντομο της οικογένειας Reduviidae
刺蝿 さしばえ
ουσιαστικό
- 01 σταβλόμυγα (Stomoxys calcitrans)
刺し縫い さしぬい
ουσιαστικό
- 01 καπιτονέ
刺状突起 しじょうとっき
ουσιαστικό
- 01 ακάνθη (φυτών)
刺激の貧困 しげきのひんこん
ουσιαστικό
- 01 φτώχεια ερεθισμάτων
刺刀 さすが
ουσιαστικό
- 01 στιλέτο
刺客戦術 しかくせんじゅつ
ουσιαστικό
- 01 στρατηγική κατά την οποία προτείνονται υποψήφιοι για να εκτοπίσουν αντιπάλους από το ίδιο το κόμμα
刺細胞 しさいぼう
ουσιαστικό
- 01 κνιδοκύτταρο, νηματοκύτταρο
刺青蒟蒻鯵 いれずみこんにゃくあじ
ουσιαστικό
- 01 ιρεζουμί-κονιακού-αζί (είδος ψαριού, Icosteus aenigmaticus)
刺激閾 しげきいき
ουσιαστικό
- 01 κατώφλι ερεθίσματος
刺胞動物門 しほうどうぶつもん
ουσιαστικό
- 01 κνιδόζωα (συνομοταξία θαλάσσιων ζώων)
刺胞嚢 しほうのう
ουσιαστικό
- 01 κνιδοκύστη, κνιδοφόρος σάκος