161 αποτελέσματα για «割»

割腹 かっぷく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενσπλαχνισμός, χαρακίρι
割かし わりかし

επίρρημα

  1. 01 συγκριτικά, αρκετά, μάλλον
割がいい わりがいい

άλλο, επίθετο

  1. 01 κερδοφόρος, αποδοτικός, ευνοϊκός, επικερδής
割れた卵 われたたまご

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 σπασμένο αυγό
割礼 かつれい

ουσιαστικό

  1. 01 περιτομή
割増料金 わりましりょうきん

ουσιαστικό

  1. 01 προσαύξηση, πρόσθετη χρέωση
割り下 わりした

ουσιαστικό

  1. 01 ουάρισιτα, ζωμός μαγειρέματος αναμεμειγμένος με σάλτσα σόγιας, μίριν και ζάχαρη (χρησιμοποιείται για να δώσει γεύση στο σουκιάκι)
割竹 わりだけ

ουσιαστικό

  1. 01 σχισμένο μπαμπού, πηχάκι μπαμπού
  2. 02 θορυβώδης ράβδος μπαμπού που χρησιμοποιούσαν οι νυχτοφύλακες (περίοδος Έντο)
割れ鍋に綴じ蓋 われなべにとじぶた

άλλο

  1. 01 για κάθε κατσαρόλα υπάρχει ένα καπάκι, για κάθε κατεργάρη υπάρχει ένας πάρεργος, κάθε άνθρωπος βρίσκει το ταίρι του
割引サービス わりびきサービス

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρεσία μειωμένης τιμής, υπηρεσία έκπτωσης
割り付ける わりつける

ρήμα

  1. 01 κατανέμω, διανέμω, διατάσσω, μοιράζω σε, αναθέτω
割烹料理 かっぽうりょうり

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική κουζίνα
割烹店 かっぽうてん

ουσιαστικό

  1. 01 εστιατόριο καππό (παραδοσιακό ιαπωνικό εστιατόριο)
割れ窓理論 われまどりろん

ουσιαστικό

  1. 01 θεωρία των σπασμένων παραθύρων, εγκληματολογική θεωρία που υποστηρίζει ότι το σοβαρό έγκλημα μπορεί να προληφθεί μέσω της διατήρησης της καλής φυσικής κατάστασης ενός αστικού περιβάλλοντος
割合に わりあいに N2

επίρρημα

  1. 01 συγκριτικά, αναλογικά
割引価格 わりびきかかく

ουσιαστικό

  1. 01 μειωμένη τιμή
割印 わりいん

ουσιαστικό

  1. 01 σφραγίδα που καλύπτει τις άκρες γειτονικών φύλλων, αποτύπωμα επαλήθευσης
割の悪い わりのわるい

άλλο, επίθετο

  1. 01 μη κερδοφόρος, ασύμφορος, που δεν αξίζει τον κόπο
割引が効く わりびきがきく

άλλο, ρήμα

  1. 01 δικαιούμαι κάποια έκπτωση
割れ鐘のような声 われがねのようなこえ

ουσιαστικό

  1. 01 αντηχητική φωνή, βροντερή φωνή