82 αποτελέσματα για «創»

創見 そうけん

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτοτυπία
  2. 02 δημιουργία
  3. 03 εφεύρεση
創作欲 そうさくよく

ουσιαστικό

  1. 01 δημιουργική ορμή
創作力 そうさくりょく

ουσιαστικό

  1. 01 δημιουργική ικανότητα, δημιουργική ευφυΐα, δημιουργική πρωτοτυπία
創成期 そうせいき

ουσιαστικό

  1. 01 αρχικό στάδιο, πρώιμη περίοδος, πρώτες μέρες, πρώτα χρόνια
創痕 そうこん

ουσιαστικό

  1. 01 ουλή
創製 そうせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εφεύρεση, δημιουργία, ανακάλυψη
創造説 そうぞうせつ

ουσιαστικό

  1. 01 δημιουργισμός
創案者 そうあんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εφευρέτης, δημιουργός
創世期 そうせいき

ουσιαστικό

  1. 01 χρόνος της δημιουργίας, αρχή του κόσμου
創造論 そうぞうろん

ουσιαστικό

  1. 01 δημιουργισμός
創価学会 そうかがっかい

ουσιαστικό

  1. 01 Σόκα Γκάκκαϊ (λαϊκή οργάνωση που βασίζεται στον βουδισμό του Νίτσιρεν)
創面 そうめん

ουσιαστικό

  1. 01 επιφάνεια τραύματος
創造神話 そうぞうしんわ

ουσιαστικό

  1. 01 κοσμογονικός μύθος
創発的 そうはつてき

επίθετο

  1. 01 αναδυόμενος
創造的進化 そうぞうてきしんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δημιουργική εξέλιξη (όπως προτάθηκε από τον Ανρί Μπεργκσόν)
創建者 そうけんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ιδρυτής
創開 そうかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεγαλοπρεπή έναρξη, επίσημα εγκαίνια
創始者効果 そうししゃこうか

ουσιαστικό

  1. 01 φαινόμενο του ιδρυτή
創氏改名 そうしかいめい

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτική που επέβαλε στους Κορεάτες κατά την ιαπωνική κατοχή να υιοθετήσουν ιαπωνικά ονόματα (1939, καταργήθηκε το 1945)
創価大学 そうかだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Σόκα