68 αποτελέσματα για «助»

助兵衛 すけべえ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 λαγνεία, λαίμαργος, ασελγής
助く たすく

ρήμα

  1. 01 βοηθώ, σώζω, διασώζω
助け上げる たすけあげる

ρήμα

  1. 01 βοηθώ κάποιον να σηκωθεί, σηκώνω, μεταφέρω με ασφάλεια στη στεριά
助け手 たすけて

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθός, συνεργάτης
助産院 じょさんいん

ουσιαστικό

  1. 01 μαιευτήριο
助攻 じょこう

ουσιαστικό

  1. 01 υποστηρικτική επίθεση
助奏 じょそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποχρεωτικό μέρος, ομπλιγκάτο
助辞 じょじ

ουσιαστικό

  1. 01 μόριο (στην ιαπωνική γλώσσα)
  2. 02 βοηθητική λέξη (στην ιαπωνική γλώσσα, μόρια και βοηθητικά ρήματα)
  3. 03 βοηθητικός χαρακτήρας (στο κανμπούν)
助演賞 じょえんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 βραβείο β' ανδρικού ή γυναικείου ρόλου
助け守る たすけまもる

ρήμα

  1. 01 προστατεύω, διαφυλάσσω, κρατώ
助演者 じょえんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ηθοποιός δεύτερου ρόλου, υποστηρικτικός ηθοποιός
助教諭 じょきょうゆ

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθός καθηγητή, αναπληρωτής καθηγητής
助炭 じょたん

ουσιαστικό

  1. 01 χάρτινο πλαίσιο που τοποθετείται πάνω από εστία ή μαγκάλι για να διαρκεί περισσότερο η φωτιά
助数詞 じょすうし

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμητική λέξη, μετρητικό, μετρητική λέξη
助業 じょごう

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθητικές πράξεις (στο Τζόντο: απαγγελία, παρατήρηση, λατρεία, ύμνος και προσφορά)
助動 じょどう

ουσιαστικό

  1. 01 κλιτή εξαρτημένη λέξη
助宗鱈 すけそうだら

ουσιαστικό

  1. 01 σουκεσουντάρα, ένα είδος μπακαλιάρου (Theragra chalcogramma)
助産所 じょさんじょ

ουσιαστικό

  1. 01 μαιευτήριο
助けて たすけて

επιφώνημα

  1. 01 βοήθεια!
助酵素 じょこうそ

ουσιαστικό

  1. 01 συνένζυμο