139 αποτελέσματα για «労»
労働力不足 ろうどうりょくぶそく
ουσιαστικό
- 01 έλλειψη εργατικού δυναμικού
労働省 ろうどうしょう
ουσιαστικό
- 01 υπουργείο εργασίας (πλέον υπουργείο υγείας, εργασίας και πρόνοιας)
労働大臣 ろうどうだいじん
ουσιαστικό
- 01 υπουργός εργασίας
労働法 ろうどうほう
ουσιαστικό
- 01 εργατικό δίκαιο
労務管理 ろうむかんり
ουσιαστικό
- 01 διαχείριση εργατικού δυναμικού, εργασιακή διοίκηση
労銀 ろうぎん
ουσιαστικό
- 01 ημερομίσθιο, εργατική αμοιβή, μισθός εργασίας
労基法 ろうきほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος περί εργασιακών προτύπων
労働団体 ろうどうだんたい
ουσιαστικό
- 01 εργατική οργάνωση, εργατικό σωματείο, εργατική ομοσπονδία
労働日 ろうどうび
ουσιαστικό
- 01 εργάσιμη ημέρα, εργάσιμη
労金 ろうきん
ουσιαστικό
- 01 εργατικό πιστωτικό ίδρυμα, συνεταιριστική τράπεζα εργαζομένων
労農党 ろうのうとう
ουσιαστικό
- 01 εργατοαγροτικό κόμμα
労働基準 ろうどうきじゅん
ουσιαστικό, άλλο
- 01 εργασιακό πρότυπο, εργασιακά πρότυπα (π.χ. γραφείο, νόμος)
労連 ろうれん
ουσιαστικό
- 01 εργατικό σωματείο, συνδικάτο
労働者派遣法 ろうどうしゃはけんほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος για τη διασφάλιση της ορθής λειτουργίας των επιχειρήσεων διάθεσης εργαζομένων και τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας για τους διατεθέντες εργαζομένους
労災保険 ろうさいほけん
ουσιαστικό
- 01 ασφάλιση εργατικών ατυχημάτων
労資 ろうし
ουσιαστικό
- 01 κεφάλαιο και εργασία, εργοδότες και εργαζόμενοι
労使交渉 ろうしこうしょう
ουσιαστικό
- 01 διαπραγμάτευση εργοδοτών-εργαζομένων
労多くして功少なし ろうおおくしてこうすくなし
άλλο
- 01 πολλοί κόποι και ελάχιστα αποτελέσματα, πολλή δουλειά και μικρό όφελος
労働基準監督官 ろうどうきじゅんかんとくかん
ουσιαστικό
- 01 επιθεωρητής εργασιακών προτύπων
労働集約 ろうどうしゅうやく
ουσιαστικό, άλλο
- 01 εντάσεως εργασίας