68 αποτελέσματα για «包»
包皮切断 ほうひせつだん
ουσιαστικό
- 01 περιτομή
包膜 ほうまく
ουσιαστικό
- 01 ινδούσιο (επικάλυμμα σποραγγείων στις φτέρες)
包装米飯 ほうそうべいはん
ουσιαστικό
- 01 πακέτο μαγειρεμένου ρυζιού
包みなく つつみなく
επίρρημα
- 01 χωρίς συγκάλυψη, χωρίς επιφυλάξεις, ειλικρινά
包み飾る つつみかざる
ρήμα
- 01 καλύπτω και ωραιοποιώ
包み釦 つつみぼたん
ουσιαστικό
- 01 ντυμένο κουμπί
包含的 ほうがんてき
επίθετο
- 01 συμπεριληπτικός, περιεκτικός
包虫 ほうちゅう
ουσιαστικό
- 01 υδατίδα
包虫症 ほうちゅうしょう
ουσιαστικό
- 01 εχινοκοκκίαση, υδατιδική νόσος
包括委任状 ほうかついにんじょう
ουσιαστικό
- 01 γενικό πληρεξούσιο
包括通商競争力法 ほうかつつうしょうきょうそうりょくほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος περί γενικού εμπορίου και ανταγωνιστικότητας
包括的提携 ほうかつてきていけい
ουσιαστικό
- 01 συνολική συνεργασία
包み構え つつみがまえ
ουσιαστικό
- 01 ριζικό «τύλιγμα» (ριζικό 20)
包絡線 ほうらくせん
ουσιαστικό
- 01 περιβάλλουσα
包丁師 ほうちょうし
ουσιαστικό
- 01 μάγειρας, αρχιμάγειρας
包丁者 ほうちょうじゃ
ουσιαστικό
- 01 μάγειρας, σεφ
包装機械 ほうそうきかい
ουσιαστικό
- 01 μηχάνημα συσκευασίας
包括ライセンス ほうかつライセンス
ουσιαστικό
- 01 συνολική άδεια χρήσης
包有物 ほうゆうぶつ
ουσιαστικό
- 01 συμπερίληψη, θύλακας, περίκλειστος χώρος
包接化合物 ほうせつかごうぶつ
ουσιαστικό
- 01 ενωση εγκλεισμου, εγκλειστη ενωση