243 αποτελέσματα για «北»

北面 ほくめん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βόρεια πλευρά, βόρεια όψη, ο βορράς, βόρειος προσανατολισμός
北北東 ほくほくとう

ουσιαστικό

  1. 01 βορειοβορειοανατολικά
北進 ほくしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βόρεια προέλαση
北朝 ほくちょう

ουσιαστικό

  1. 01 Βόρεια Αυλή (της Ιαπωνίας· 1336-1392), Βόρεια Δυναστεία
  2. 02 Βόρειες Δυναστείες (της Κίνας· 420-589)
北支 ほくし

ουσιαστικό

  1. 01 Βόρεια Κίνα
北軍 ほくぐん

ουσιαστικό

  1. 01 βόρειος στρατός (π.χ. σε εμφύλιο πόλεμο, ειδικότερα ο στρατός της Ένωσης κατά τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο)
北極圏 ほっきょくけん

ουσιαστικό

  1. 01 αρκτικός κύκλος, αρκτική
北壁 ほくへき

ουσιαστικό

  1. 01 βόρεια πλευρά, βόρεια ορθοπλαγιά (ενός βουνού)
北方領土 ほっぽうりょうど

ουσιαστικό

  1. 01 Νότια Νησιά Κουρίλες (υπό ρωσική διοίκηση, διεκδικούνται από την Ιαπωνία), Βόρεια Εδάφη
北寄り きたより

ουσιαστικό

  1. 01 βόρειος (για άνεμο), που προέρχεται από τον βορρά
北京語 ペキンご

ουσιαστικό

  1. 01 διάλεκτος του Πεκίνου (της μανδαρινικής κινεζικής), πεκινέζικα
北米大陸 ほくべいたいりく

ουσιαστικό

  1. 01 Βόρεια Αμερική
北天 ほくてん

ουσιαστικό

  1. 01 βόρειος ουρανός
北洋 ほくよう

ουσιαστικό

  1. 01 βόρεια ύδατα, βόρειος ωκεανός
北限 ほくげん

ουσιαστικό

  1. 01 βόρειο όριο (ειδικά για την εξάπλωση ενός φυτού ή ζώου)
北回り きたまわり

ουσιαστικό

  1. 01 βόρεια διαδρομή
北陸地方 ほくりくちほう

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή Χοκουρίκου (της νήσου Χονσού, περιλαμβάνει τους νομούς Νιιγκάτα, Τογιάμα, Ισικάουα και Φουκούι)
北大西洋条約機構 きたたいせいようじょうやくきこう

ουσιαστικό

  1. 01 Βορειοατλαντική Συμμαχία, ΝΑΤΟ
北斗星 ほくとせい

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη Άρκτος (αστερισμός), το αλέτρι
北太平洋 きたたいへいよう

ουσιαστικό

  1. 01 βόρειος Ειρηνικός ωκεανός