150 αποτελέσματα για «医»
医療チーム いりょうチーム
ουσιαστικό
- 01 ιατρική ομάδα
医者の不養生 いしゃのふようじょう
άλλο
- 01 ο αναμάρτητος που δεν ακολουθεί τις δικές του συμβουλές
医療過誤 いりょうかご
ουσιαστικό
- 01 ιατρικό σφάλμα, ιατρική αμέλεια
医務官 いむかん
ουσιαστικό
- 01 ιατρικός λειτουργός
医学史 いがくし
ουσιαστικό
- 01 ιστορία της ιατρικής
医大生 いだいせい
ουσιαστικό
- 01 φοιτητής ιατρικής
医療事故 いりょうじこ
ουσιαστικό
- 01 ιατρικό σφάλμα
医療保険 いりょうほけん
ουσιαστικό
- 01 ασφάλιση ιατρικής περίθαλψης
医書 いしょ
ουσιαστικό
- 01 ιατρικό σύγγραμμα
医家 いか
ουσιαστικό
- 01 ιατρική οικογένεια, γενιά γιατρών
- 02 γιατρός
医院長 いいんちょう
ουσιαστικό
- 01 διευθυντής ιατρικής κλινικής
医学用語 いがくようご
ουσιαστικό
- 01 ιατρικός όρος
医員 いいん
ουσιαστικό
- 01 ιατρικό προσωπικό, γιατρός
医療制度 いりょうせいど
ουσιαστικό
- 01 σύστημα υγειονομικής περίθαλψης
医療法人 いりょうほうじん
ουσιαστικό
- 01 ιατρικό νομικό πρόσωπο
医事 いじ
ουσιαστικό
- 01 ιατρική πρακτική
医師法 いしほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος περί ιατρών
医食同源 いしょくどうげん
άλλο
- 01 η ισορροπημένη διατροφή οδηγεί σε ένα υγιές σώμα, η υγιεινή τροφή προλαμβάνει και θεραπεύει τις ασθένειες
医業 いぎょう
ουσιαστικό
- 01 ιατρικό επάγγελμα, άσκηση της ιατρικής
医師国家試験 いしこっかしけん
ουσιαστικό
- 01 κρατικές εξετάσεις πιστοποίησης ιατρών