299 αποτελέσματα για «半»

半熟 はんじゅく

ουσιαστικό

  1. 01 μεσοβρασμένος, μεσάδα, μελάτος
  2. 02 ημιώριμος, άγουρος
半分こ はんぶんこ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μοιρασιά στη μέση, ίσο μοίρασμα μεταξύ δύο ατόμων
半ズボン はんズボン

ουσιαστικό

  1. 01 σορτς, κοντό παντελόνι
半永久的 はんえいきゅうてき

επίθετο

  1. 01 ημιμόνιμος
半端者 はんぱもの

ουσιαστικό

  1. 01 ανόητος, κουτός, βλάκας
半死半生 はんしはんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ημιθανής, στα πρόθυρα του θανάτου
半べそ はんべそ

ουσιαστικό

  1. 01 ημικλαυσίγελος, κατάσταση όπου κάποιος είναι έτοιμος να βάλει τα κλάματα
半時間 はんじかん

ουσιαστικό

  1. 01 μισή ώρα
半田 はんだ

ουσιαστικό

  1. 01 καλάι, κασσίτερος
半魚人 はんぎょじん

ουσιαστικό

  1. 01 άνθρωπος-ψάρι, υβριδικό ον μισός άνθρωπος και μισός ψάρι
半紙 はんし

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό χαρτί καλλιγραφίας (περίπου 25 εκ. επί 35 εκ.)
半円形 はんえんけい

ουσιαστικό

  1. 01 ημικυκλικός
半周 はんしゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ημικύκλιο, ημισφαίριο
  2. 02 διανύω τη μισή διαδρομή, κάνω τον μισό γύρο
半分冗談 はんぶんじょうだん

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ημισοβαρά, με διάθεση που είναι μισό αστείο και μισό σοβαρή
半導体 はんどうたい

ουσιαστικό

  1. 01 ημιαγωγός
半獣 はんじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ημάνθρωπος και ημιζώο
半時 はんとき

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 για λίγο, μικρό χρονικό διάστημα
  2. 02 μία ώρα
  3. 03 μισή ώρα
半地下 はんちか

ουσιαστικό

  1. 01 ημιυπόγειο
半鐘 はんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 πυροσβεστικός συναγερμός, καμπάνα πυρκαγιάς
半死 はんし

ουσιαστικό

  1. 01 ημιθανής