51 αποτελέσματα για «卒»
卒す しゅっす
ρήμα
- 01 πεθαίνω (ιδίως για ευγενείς κ.λπ.)
卒煙 そつえん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διακοπή καπνίσματος
卒原発 そつげんぱつ
ουσιαστικό
- 01 σταδιακή απεξάρτηση από την πυρηνική ενέργεια (π.χ. μέσω της στροφής προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας)
卒コン そつコン
ουσιαστικό
- 01 συναυλία αποφοίτησης
- 02 αποχαιρετιστήρια συναυλία για μέλος συγκροτήματος
卒倒病菌 そっとうびょうきん
ουσιαστικό
- 01 βακίλος της Θουριγγίας
卒読 そつどく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 βιαστική ανάγνωση, επιφανειακή ανάγνωση, ξεφύλλισμα
- 02 ολοκλήρωση της ανάγνωσης
卒業者 そつぎょうしゃ
ουσιαστικό
- 01 απόφοιτος
卒部 そつぶ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποχωρώ από σχολικό όμιλο (μετά την αποφοίτηση)
卒団 そつだん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποχωρώ από αθλητικό σωματείο λόγω αποφοίτησης
卒パ そつパ
ουσιαστικό
- 01 πάρτι αποφοίτησης
卒
- 01 απόφοιτος
- 02 στρατιώτης
- 03 απλός στρατιώτης
- 04 πεθαίνω