61 αποτελέσματα για «協»
協約国 きょうやくこく
ουσιαστικό
- 01 υψηλά συμβαλλόμενα μέρη, υπογράφοντα κράτη
協約書 きょうやくしょ
ουσιαστικό
- 01 γραπτή συμφωνία
協力鋼 きょうりょくこう
ουσιαστικό
- 01 χάλυβας υψηλής αντοχής
協力合意 きょうりょくごうい
ουσιαστικό
- 01 συμφωνία για συνεργασία
協会旅費 きょうかいりょひ
ουσιαστικό
- 01 έξοδα μετακίνησης που καταβάλλονται σε μισθωτούς παλαιστές για τουρνουά που διεξάγονται εκτός Τόκιο
協調試験法 きょうちょうしけんほう
ουσιαστικό
- 01 συντονισμένη μέθοδος δοκιμής
協同収集 きょうどうしゅうしゅう
ουσιαστικό
- 01 συλλογική απόκτηση
協和語 きょうわご
ουσιαστικό
- 01 κιοβάγκο, pidgin γλώσσα βασισμένη στα ιαπωνικά που ομιλούνταν στο Μαντσουκούο
協治 きょうち
ουσιαστικό
- 01 συμμετοχική διακυβέρνηση, συμμετοχική διοίκηση, συνεργατική διακυβέρνηση
協定憲法 きょうていけんぽう
ουσιαστικό
- 01 συμφωνημένο σύνταγμα (π.χ. Γαλλικό Σύνταγμα του 1830)
協約憲法 きょうやくけんぽう
ουσιαστικό
- 01 συμφωνημένο σύνταγμα (π.χ. Γαλλικό Σύνταγμα του 1830)
協力金 きょうりょくきん
ουσιαστικό
- 01 αποζημίωση για παροχή συνεργασίας (π.χ. σε εθελοντικό κυβερνητικό πρόγραμμα)
協力車 きょうりょくしゃ
ουσιαστικό
- 01 όχημα συνεργασίας (ειδικά για παραδόσεις μεταξύ βιβλιοθηκών), όχημα συνδέσμου
協調的 きょうちょうてき
επίθετο
- 01 συνεργάσιμος, συναινετικός
協力日 きょうりょくび
ουσιαστικό
- 01 ημέρα κατά την οποία ένας παιδικός σταθμός ζητά τη συνεργασία των γονέων ώστε να κρατήσουν τα παιδιά τους στο σπίτι
協力費 きょうりょくひ
ουσιαστικό
- 01 αποζημίωση (π.χ. για συμμετοχή σε κλινική δοκιμή), κάλυψη εξόδων, έξοδα συνεργασίας
協定校 きょうていこう
ουσιαστικό
- 01 συνεργαζόμενο ίδρυμα (ειδικότερα για προγράμματα ανταλλαγής φοιτητών)
協力校 きょうりょくこう
ουσιαστικό
- 01 συνεργαζόμενο σχολείο (π.χ. για εξ αποστάσεως εκπαίδευση), συνεργαζόμενο ίδρυμα
協栄生命保険 きょうえいせいめいほけん
ουσιαστικό
- 01 Κιοέι Λάιφ Ινσόρανς
協和エクシオ きょうわエクシオ
ουσιαστικό
- 01 Κιόβα Εξέο Κορπορέισον