57 αποτελέσματα για «博»
博聞 はくぶん
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 πολυμαθής, λόγιος
博報堂生活総合研究所 はくほうどうせいかつそうごうけんきゅうじょ
ουσιαστικό
- 01 Ινστιτούτο Διαβίωσης και Ζωής Χακουχοντό
博捜 はくそう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξονυχιστική έρευνα παντού
博引 はくいん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκτενείς αναφορές (σε ένα κείμενο)
博物標本 はくぶつひょうほん
ουσιαστικό
- 01 δείγμα φυσικής ιστορίας
博打の木 ばくちのき
ουσιαστικό
- 01 Προύνος η ζιπελιανή (ανατολικοασιατικό είδος δέντρου του γένους Προύνος)
博識多才 はくしきたさい
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 ευρύτητα γνώσεων και ποικίλες ικανότητες, βαθιά μόρφωση και πολυδιάστατα επιτεύγματα
博学力行 はくがくりょっこう
ουσιαστικό
- 01 ευρεία μάθηση και δυναμική δράση
博奕宿 ばくちやど
ουσιαστικό
- 01 χαρτοπαικτική λέσχη, χαρτοπαίγνιο
博覧多識 はくらんたしき
ουσιαστικό
- 01 πολυμάθεια και εκτεταμένες γνώσεις, ευρύτατα διαβασμένος και καλά πληροφορημένος
博物館資料 はくぶつかんしりょう
ουσιαστικό
- 01 μουσειακό υλικό, μουσειακό έκθεμα
博物館法 はくぶつかんほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος περί μουσείων
博多人形 はかたにんぎょう
ουσιαστικό
- 01 κούκλα Χάκατα
博才 ばくさい
ουσιαστικό
- 01 ικανότητα στον τζόγο, ταλέντο στον τζόγο
博多 はかた
ουσιαστικό
- 01 Χακάτα (παλαιά αλλά ακόμα ευρέως χρησιμοποιούμενη ονομασία για τη Φουκουόκα)
博物学者 はくぶつがくしゃ
ουσιαστικό
- 01 φυσιοδίφης, φυσιογνώστης
博
- 01 γιατρός
- 02 κατέχω
- 03 κερδίζω εκτίμηση
- 04 κερδίζω αναγνώριση, αποσπώ έπαινο
- 05 διδάκτορας
- 06 έκθεση
- 07 πανηγύρι, έκθεση