89 αποτελέσματα για «即»
即死亡 そくしぼう
ουσιαστικό
- 01 ακαριαίος θάνατος
即今 そっこん
ουσιαστικό
- 01 αυτή τη στιγμή
即日開票 そくじつかいひょう
ουσιαστικό
- 01 αυθημερόν καταμέτρηση ψήφων
即時停戦 そくじていせん
ουσιαστικό
- 01 άμεση κατάπαυση του πυρός
即席ラーメン そくせきラーメン
ουσιαστικό
- 01 στιγμιαία νουντλς, στιγμιαίο ράμεν
即日完売 そくじつかんばい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξάντληση αποθεμάτων την ίδια ημέρα, πώληση όλων των προϊόντων την πρώτη ημέρα (κυκλοφορίας)
即興詩人 そっきょうしじん
ουσιαστικό
- 01 αυτοσχεδιαστής
即夜 そくや
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 την ίδια νύχτα
即購入 そくこうにゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 άμεση αγορά, αγορά χωρίς καθυστέρηση
即返事 そくへんじ
ουσιαστικό
- 01 άμεση απάντηση
即位の礼 そくいのれい
άλλο, ουσιαστικό
- 01 τελετή ενθρόνισης, στέψη
即決価格 そっけつかかく
ουσιαστικό
- 01 τιμή άμεσης αγοράς (για παράδειγμα σε δημοπρασία)
即決裁判 そっけつさいばん
ουσιαστικό
- 01 συνοπτική δίκη
即席料理 そくせきりょうり
ουσιαστικό
- 01 πρόχειρο φαγητό ή πιάτο που ετοιμάζεται γρήγορα
即尺 そくしゃく
ουσιαστικό
- 01 άμεσο στοματικό σεξ, χωρίς προηγούμενο ντους
即諾 そくだく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 άμεση συγκατάθεση
即自 そくじ
ουσιαστικό
- 01 καθεαυτό
即入居可 そくにゅうきょか
άλλο
- 01 διαθέσιμο για άμεση εγκατάσταση
即納 そくのう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 άμεση πληρωμή ή παράδοση
即妙 そくみょう
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 ετοιμολογία, πνευματώδης αντίδραση