60 αποτελέσματα για «厳»

厳しい批評 きびしいひひょう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αυστηρή κριτική
厳密解 げんみつかい

ουσιαστικό

  1. 01 ακριβής λύση
厳探 げんたん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυστηρή έρευνα, έντονη επιτήρηση
厳談 げんだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έντονη διαμαρτυρία, απαίτηση για εξηγήσεις, σοβαρή συζήτηση
厳寒の候 げんかんのこう

ουσιαστικό

  1. 01 η περίοδος του δριμέος ψύχους (καιρός)
厳正科学 げんせいかがく

ουσιαστικό

  1. 01 θετική επιστήμη
厳暑 げんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 ακραία ζέστη
厳君 げんくん

ουσιαστικό

  1. 01 πατέρας σου
厳容 げんよう

ουσιαστικό

  1. 01 αυστηρή έκφραση
厳訓 げんくん

ουσιαστικό

  1. 01 αυστηρή οδηγία
厳旨 げんし

ουσιαστικό

  1. 01 αυστηρή εντολή
  2. 02 αυστηρή διαταγή
厳美渓 げんびけい

ουσιαστικό

  1. 01 Γκενμπικέι, φαράγγι Γκενμπί (Ιτσινοσέκι, νομός Ιβάτε)
厳律 げんりつ

ουσιαστικό

  1. 01 αυστηρός νόμος
厳しさ きびしさ

ουσιαστικό

  1. 01 αυστηρότητα, σκληρότητα, ένταση
厳責 げんせき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυστηρή επίπληξη, αποδοκιμασία
厳い いかい

επίθετο

  1. 01 γενναίος, τολμηρός, άγριος
  2. 02 μεγάλος, πολυάριθμος, πολλοί
  3. 03 ακραίος, τεράστιος
厳瓮 いつへ

ουσιαστικό

  1. 01 ιερό αγγείο, ιερό σκεύος
厳重警戒 げんじゅうけいかい

ουσιαστικό

  1. 01 υψηλή ετοιμότητα, αυστηρή προειδοποίηση
厳戒令 げんかいれい

ουσιαστικό

  1. 01 στρατιωτικός νόμος
  1. 01 αυστηρός
  2. 02 αυστηρότητα
  3. 03 σοβαρότητα, σκληρότητα
  4. 04 ακαμψία, αυστηρότητα